Επιβαρυντικά στην ελληνοτουρκική ατζέντα λειτούργησε η αντίθεση των περισσότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης στη συνάντηση.
Πέραν της αυτοτελούς σημασίας των ελληνοτουρκικών επαφών σε επίπεδο κορυφής, η προχθεσινή συνάντηση του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην Άγκυρα, είχε ένα πρόσθετο ενδιαφέρον.
Επρόκειτο για την πρώτη συνάντηση των δύο ηγετών μετά τον Σεπτέμβριο του 2024. Την οποία ακολούθησε τον επόμενο Σεπτέμβριο –ξανά στο περιθώριο του ΟΗΕ– μια άκομψη ακύρωση της συνάντησής τους τελευταία στιγμή, κατόπιν τουρκικής υπαιτιότητας. Ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025 αναζητούνταν ημερομηνία για το έκτο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (ΑΣΣ).
Το μείζον ήταν η όξυνση της τουρκικής παραβατικότητας εν αντιθέσει με το πνεύμα των λεγόμενων «ήρεμων νερών» που προωθούνταν από τη Διακήρυξη των Αθηνών (Δεκέμβριος 2023). Κορωνίδα η ακύρωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου επί του πεδίου από την Τουρκία. Η επιστροφή των συστηματικότερων παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου από τουρκικά μαχητικά και οι ενισχυμένες προσπάθειες για αλλαγή του status quo του Αιγαίου μέσω NAVTEX και ΝΟΤΑΜ εμπίπτουν στην ίδια αναθεωρητική πολιτική.
Ειδικότερα, η Άγκυρα μέσω των NAVTEX επιχείρησε –διμερώς αλλά και διεθνώς– να κανονικοποιήσει τις απόψεις της περί απολύτου δικαιοδοσίας της στα ανατολικά του 25ου μεσημβρινού που χωρίζει το Αιγαίο στη μέση, όπως και τους ισχυρισμούς της για τα δήθεν αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος 23 ελληνικά νησιά. Επίσης δεν πρέπει να αμελείται η σφοδρή στοχοποίηση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, από Τούρκους πολιτικούς.
Η Αθήνα αντιδρούσε και ορισμένες ενέργειές της, όπως η κατάθεση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (ΘΧΣ) και η χωροθέτηση των (περιορισμένων) θαλάσσιων πάρκων, προκάλεσαν οργή στην Άγκυρα. Στις δε τουρκικές NAVTEX, η Αθήνα απάντησε τόσο διπλωματικά όσο και επί του πεδίου. Μετά την επίδοση διαβήματος στην τουρκική πλευρά, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις πραγματοποίησαν την αεροναυτική άσκηση «Τρίαινα» δεσμεύοντας (με NAVTEX και ΝΟΤΑΜ) μια περιοχή μεταξύ Χίου, Σάμου και Ικαρίας λίγα 24ωρα πριν από το ΑΣΣ.
Επιβαρυντικά στην ελληνοτουρκική ατζέντα λειτούργησε και η κατάσταση στο εσωτερικό, καθώς τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιτάχθηκαν σφόδρα στη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, άποψη που συμμερίστηκε δημόσια και ο πρώην πρωθυπουργός, Αντώνης Σαμαράς, ενώ ορισμένοι που προτίθενται να πολιτευτούν, όπως η Μαρία Καρυστιανού, μιλούσαν για επερχόμενη «προδοσία».
Υπό αυτό το κλίμα πραγματοποιήθηκε η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν. Αν και από τις δημόσιες δηλώσεις δεν προέκυψε κάποια απτή μεταβολή στις πάγιες θέσεις των δύο πλευρών, ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε την ανάγκη άρσης της τουρκικής απειλής πολέμου (casus belli) σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο.
Σύμφωνα με κυβερνητικούς αξιωματούχους, το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στο casus belli, αλλά αφορά «οτιδήποτε συνιστά απειλή για την κυριαρχία της χώρας». Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η λεγόμενη θεωρία των γκρίζων ζωνών. Επιπλέον, ο κ. Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι για την Ελλάδα η διαφορά είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ κατέρριψε τα περί «τουρκικής» όσον αφορά τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη.
Την επομένη, στελέχη της κυβέρνησης υπερασπίστηκαν την ελληνοτουρκική συνάντηση και επιτέθηκαν στην αντιπολίτευση για τις αιχμές που δέχθηκαν. «Επιβεβαιώθηκε η στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης για μια υπερήφανη και χωρίς ψευτοπατριωτικές κορόνες εξωτερική πολιτική», υπογράμμισε ο Παύλος Μαρινάκης στη χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, εκφράζοντας την άποψη ότι διαψεύστηκαν όσοι μιλούσαν «περί ενδοτικότητας, υποχωρητικότητας και μιας εξωτερικής πολιτικής που κάνει κακό στα εθνικά συμφέροντα».
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, ο πρωθυπουργός έθεσε όλα τα θέματα που αποτελούν διαχρονικά την εθνική θέση της Ελλάδας. «Τα έθεσε με σαφήνεια, αποφασιστικότητα και στην πραγματικότητα η παρουσία του εκεί ήταν η καλύτερη απάντηση σε όσους έλεγαν να μην πάει», είπε. Και πρόσθεσε: «Η χώρα κερδίζει πολλά και σημαντικά από τη λογική του διαλόγου. Σε αυτόν τον δρόμο θα συνεχίσουμε, ακριβώς με την ίδια λογική, με μόνο μας στόχο να ψηλώνει ουσιαστικά η χώρα».
Από την πλευρά του, ο βουλευτής της ΝΔ και στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού, Τάσος Χατζηβασιλείου, δήλωσε (ΑΝΤ1) ότι «δεν θυμάμαι στη μεταπολίτευση Έλληνα πρωθυπουργό να ζητά έτσι καθαρά, μέσα στην Τουρκία, ενώπιον Τούρκου ηγέτη, την άρση αυτής της απαράδεκτης απειλής. Και μάλιστα χωρίς να υπάρξει ουσιαστική αντίδραση από την άλλη πλευρά».
Εν συνεχεία, αναφέρθηκε σκωπτικά σε όσους άσκησαν κριτική στη συνάντηση. «Αναρωτιέμαι τι έχουν να πουν σήμερα όλοι οι “πατριώτες του πληκτρολογίου”. Πού είδαν ραγιαδισμό; Πού είδαν υποχωρητικότητα; Πού είδαν ενδοτισμό στη χθεσινή συνάντηση; Δεν έγινε τίποτα από όλα αυτά», συμπλήρωσε.
Για «πολύ θετικό κλίμα και καλή συνάντηση» έκανε λόγο (ΣΚΑΪ) η διευθύντρια του Γραφείου Διεθνούς Στρατηγικού Σχεδιασμού και Επικοινωνίας του πρωθυπουργού, Αριστοτελία Πελώνη, σημειώνοντας ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι «μαραθώνιος» στον οποίο η Αθήνα επιδιώκει «μια λειτουργική σχέση με την Τουρκία, κανονικοποίηση των σχέσεων και οι διαφωνίες να αναδεικνύονται χωρίς να προκαλείται ένταση».
Για «θετικά αποτελέσματα, όχι ριζικά εντυπωσιακά, αλλά νομίζω θετικά» μίλησε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, υποστηρίζοντας ότι οι διμερείς επαφές πρέπει να συνεχίζονται και να καταστούν «ένα είδος ρουτίνας».


