Η ΕΡΤ αφιερώνει χρόνο σε ένα κόμμα που δεν έχει εκπροσώπηση στη Βουλή, ενώ σημαντικές υποθέσεις απουσιάζουν από το ενημερωτικό πεδίο της.
Η συζήτηση για την προβολή της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ) από τα μέσα ενημέρωσης όχι μόνο δεν έχει κοπάσει, αλλά φαίνεται να εντείνεται όσο περνούν οι εβδομάδες. Η Θεώνη Κουφονικολάκου και άλλα στελέχη του νεοσύστατου πολιτικού φορέα συνεχίζουν να καταγράφουν συχνές, σχεδόν καθημερινές εμφανίσεις σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, παρά το γεγονός ότι η ΕΛΑΣ δεν διαθέτει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και δεν έχει ακόμη συμμετάσχει σε εκλογική διαδικασία.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν η συζήτηση μεταφέρεται στη δημόσια τηλεόραση. Διότι η ΕΡΤ δεν είναι ένας ιδιωτικός σταθμός που λειτουργεί αποκλειστικά με δημοσιογραφικά ή εμπορικά κριτήρια. Είναι ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας της χώρας, χρηματοδοτούμενος από τους πολίτες, με θεσμική υποχρέωση να υπηρετεί την ισορροπία, την αντικειμενικότητα και την πολυφωνία.
Τις τελευταίες ημέρες η παρουσία στελεχών της ΕΛΑΣ στα μέσα ενημέρωσης έχει μετατραπεί σε σχεδόν μόνιμο φαινόμενο. Η εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Θεώνη Κουφονικολάκου, φιλοξενείται συστηματικά σε ενημερωτικές εκπομπές, αναλύει την επικαιρότητα και παρουσιάζει τις θέσεις του πολιτικού σχηματισμού που ίδρυσε ο Αλέξης Τσίπρας.
Το ερώτημα δεν είναι αν δικαιούται να μιλά. Προφανώς και δικαιούται. Το ερώτημα είναι γιατί η συγκεκριμένη πολιτική δύναμη απολαμβάνει τόσο εκτεταμένη προβολή σε σχέση με άλλους εξωκοινοβουλευτικούς σχηματισμούς που παραμένουν ουσιαστικά αόρατοι. Αν η λογική είναι ότι όλα τα κόμματα πρέπει να ακούγονται, τότε γιατί η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται οριζόντια;
Και κυρίως ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία η δημόσια τηλεόραση επιλέγει ποιοι θα βρίσκονται στα πάνελ και ποιοι όχι;
Η υπόθεση Λυγγερίδη
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν συγκρίνει κανείς διαφορετικές δημοσιογραφικές επιλογές. Η δίκη για τη δολοφονία του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δικαστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών. Η υπόθεση συνδέεται με την οπαδική βία, την εγκληματικότητα στους αθλητικούς χώρους και τη λειτουργία των θεσμών ασφαλείας.
Παρ’ όλα αυτά, η κάλυψή της από τη δημόσια τηλεόραση έχει προκαλέσει ερωτήματα σε πολλούς παρατηρητές. Την ίδια στιγμή, η ΕΡΤ έχει αφιερώσει σημαντικό χρόνο σε άλλες υποθέσεις υψηλού πολιτικού ενδιαφέροντος, όπως οι παρακολουθήσεις με παρεμβάσεις και τοποθετήσεις του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη ή οι εξελίξεις γύρω από την τραγωδία των Τεμπών με τη συμμετοχή συγγενών θυμάτων και εκπροσώπων τους στις ενημερωτικές εκπομπές.
Προφανώς πρόκειται για θέματα που δικαιολογημένα απασχολούν τη δημόσια συζήτηση. Όταν όμως μία υπόθεση προβάλλεται εκτενώς και μια άλλη παραμένει στο περιθώριο, δημιουργείται εύλογα η απορία για το ποια ακριβώς είναι τα δημοσιογραφικά κριτήρια της επιλογής.
Η ίδια ΕΡΤ βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα, με δημόσιες καταγγελίες της ΚΑΕ Ολυμπιακός περί μη μετάδοσης των δηλώσεων παράγοντά της αλλά και της εισόδου του Δημήτρη Γιαννακόπουλου στον αγωνιστικό χώρο, στο ματς με τον Παναθηναϊκό την Παρασκευή στο ΟΑΚΑ – και με το ερώτημα «αν είναι αληθές ότι δόθηκε εντολή από στέλεχος της ΕΡΤ, δημοσιογραφικό ή διοικητικό, να μη μεταδοθεί το περιστατικό έως το τέλος της μετάδοσης, με ποια ιδιότητα και με ποια αιτιολογία».
Η ΚΑΕ Παναθηναϊκός απάντησε στον Ολυμπιακό προτείνοντας να κάνουν οι ίδιοι τις περιγραφές των αγώνων ενώ από την ΕΡΤ διαρρέει πως και τα δύο περιστατικά μη live μετάδοσης (δηλώσεις Νίκου Λεπενιώτη και είσοδος Γιαννακόπουλου) συνέβησαν σε ροή και σε μπρέικ για διαφημίσεις του αγώνα, αντίστοιχα…
Η ΕΡΤ έχει αυξημένες υποχρεώσεις σε σχέση με τους ιδιωτικούς σταθμούς. Ο ρόλος της δεν είναι μόνο ενημερωτικός αλλά και θεσμικός. Γι’ αυτό και κάθε απόφαση που αφορά την πολιτική εκπροσώπηση, την επιλογή θεμάτων και την κατανομή τηλεοπτικού χρόνου αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Η πολυφωνία δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των προσκεκλημένων. Μετριέται και από την ισορροπία των επιλογών. Μετριέται από το αν διαφορετικές φωνές αντιμετωπίζονται με τους ίδιους κανόνες. Μετριέται από το αν η δημόσια τηλεόραση αποφεύγει να δημιουργεί την αίσθηση ότι ορισμένοι πολιτικοί χώροι απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση. Και σήμερα αυτή ακριβώς η αίσθηση φαίνεται να κερδίζει έδαφος.
Και κάπου εδώ επανέρχεται το ίδιο ερώτημα που ακούγεται όλο και συχνότερα στον δημόσιο διάλογο: το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης παρακολουθεί συστηματικά την κατανομή του πολιτικού χρόνου στα τηλεοπτικά μέσα; Ή απλώς κωφεύει; Διότι η συζήτηση δεν αφορά αποκλειστικά ένα κόμμα ούτε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Αφορά την αξιοπιστία του ίδιου του συστήματος ενημέρωσης.
Στο μεταξύ, η διοίκηση της ΚΑΕ Ολυμπιακός απέστειλε επίσημη επιστολή διαμαρτυρίας προς τη διοίκηση της ΕΡΤ, όπου εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά της για τον τρόπο με τον οποίο καλύφθηκε τηλεοπτικά ο δεύτερος τελικός της Stoiximan GBL απέναντι στον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ την Παρασκευή.
Στην επιστολή του ο Ολυμπιακός καταγγέλλει μεροληπτική στάση, αποσιώπηση της εισβολής του ισχυρού άνδρα της ΚΑΕ Παναθηναϊκός, Δημήτρη Γιαννακόπουλου, στον αγωνιστικό χώρο και έλλειψη αντικειμενικότητας, θέτοντας παράλληλα 9 συγκεκριμένα ερωτήματα και ζητώντας την άμεση απόδοση ευθυνών:
«Για ποιον λόγο δεν προβλήθηκε η εισβολή του Δ. Γιαννακόπουλου στον αγωνιστικό χώρο και το περιστατικό με τους διαιτητές του αγώνα, όπως θα συνέβαινε εάν στη θέση του ιδιοκτήτη της ΚΑΕ Παναθηναϊκός βρισκόταν οιοσδήποτε τυχόν “απλός” φίλαθλος; (…)
Για ποιον λόγο δεν προβλήθηκαν ζωντανά οι δηλώσεις του κ. Ν. Λεπενιώτη πριν από το ημίχρονο του αγώνα, ενώ είχε ζητηθεί η δήλωσή του να μεταδοθεί σε ζωντανή μετάδοση και, σύμφωνα με την ενημέρωσή μας, είχε προηγουμένως ενημερωθεί από τον ρεπόρτερ της ΕΡΤ Α.Ε., κ. Τριανταφύλλου, ότι δήθεν βρίσκεται σε ζωντανή μετάδοση;» ανέφεραν μεταξύ άλλων οι ερυθρόλευκοι στην επιστολή τους.