Η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, μιλώντας στην ΕΡΤ αναφέρθηκε σε δύο βασικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, το πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» και τις «Νταντάδες της Γειτονιάς».
Ξεκινώντας από το πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», το οποίο αφορά περίπου 30.000 κλειστά και ανοικτά ακίνητα, η κ. Μιχαηλίδου τόνισε πως η βασική διαφοροποίηση σε σχέση με αντίστοιχες προηγούμενες δράσεις είναι το αυξημένο ποσοστό κρατικής επιδότησης. Όπως εξήγησε, για ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά, με εισόδημα έως 35.000 ευρώ, το κράτος μπορεί να καλύψει έως και το 90% της ανακαίνισης, με ανώτατο ποσό επιδότησης τις 36.000 ευρώ.
Το πρόγραμμα προβλέπει διευρυμένα εισοδηματικά κριτήρια, με επιδότηση που κυμαίνεται από 75% έως και 95% για την ανακαίνιση κατοικιών. Τα όρια αυξάνονται ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, καθώς το εισόδημα προσαυξάνεται κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Έτσι, για παράδειγμα, ένα ζευγάρι με δύο παιδιά μπορεί να φτάσει εισοδηματικά έως τις 45.000 ευρώ για να ενταχθεί στο πρόγραμμα.
Παράλληλα, προβλέπεται ειδική μοριοδότηση για τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, μονογονεϊκά νοικοκυριά, καθώς και οικογένειες με άτομο με αναπηρία, δίνοντας τη δυνατότητα επιδότησης έως και 95% του συνολικού κόστους. Αν και δεν έχουν οριστικοποιηθεί όλες οι λεπτομέρειες, η κατεύθυνση είναι να ακολουθηθεί ένα μοντέλο παρόμοιο με το «Σπίτι μου 2», αποφεύγοντας την ένταξη πολύ νέων ακινήτων, ώστε να μην προκληθεί περαιτέρω αύξηση των τιμών στην αγορά.
Η υπουργός υπογράμμισε ότι το πρόγραμμα αποτελεί συνέχεια προηγούμενων στεγαστικών παρεμβάσεων, με στόχο τη βελτίωση σημείων που στο παρελθόν δυσκόλεψαν τα νοικοκυριά. Όπως ανέφερε, περίπου 13.000 οικογένειες έχουν ήδη αποκτήσει κατοικία μέσω του «Σπίτι μου 2» και άλλες 10.000 μέσω του «Σπίτι μου 1», γεγονός που δείχνει την αποτελεσματικότητα των σχετικών πολιτικών.
Αναφερόμενη στο πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς», η Δόμνα Μιχαηλίδου σημείωσε την έντονη ανταπόκριση του κοινού, καθώς μέσα σε μόλις δύο ημέρες από το άνοιγμα της πλατφόρμας καταγράφηκαν 30.000 επισκέψεις και αιτήσεις από υποψήφιες επιμελήτριες. Οι ενδιαφερόμενες περιλαμβάνουν τόσο μεγαλύτερες γυναίκες, όπως γιαγιάδες, όσο και νεότερες που επιθυμούν να εργαστούν επαγγελματικά στον τομέα της φροντίδας παιδιών.
Το πρόγραμμα στοχεύει στη στήριξη των οικογενειών, δίνοντας τη δυνατότητα στις μητέρες να επιστρέψουν στην εργασία τους, γνωρίζοντας ότι το παιδί τους φροντίζεται από άτομο εγγεγραμμένο σε επίσημο μητρώο, με ελεγμένα δικαιολογητικά, ποινικό μητρώο και πιστοποιήσεις, όπως εκπαίδευση πρώτων βοηθειών.
Η οικονομική ενίσχυση ανέρχεται σε 500 ευρώ μηνιαίως για κάθε παιδί ηλικίας από 2 μηνών έως 2,5 ετών, καλύπτοντας ένα σημαντικό κενό που υπάρχει στις διαθέσιμες θέσεις βρεφικών σταθμών. Παράλληλα, το κράτος καλύπτει και το εργόσημο της νταντάς, εξασφαλίζοντας νόμιμη εργασία, ασφαλιστική κάλυψη και συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στα εισοδηματικά κριτήρια, τα οποία αφορούν αποκλειστικά το εισόδημα της μητέρας. Συγκεκριμένα, για μία μητέρα με ένα παιδί το όριο είναι έως 24.000 ευρώ, ενώ για δύο παιδιά φτάνει τις 27.000 ευρώ. Το εισόδημα του πατέρα δεν λαμβάνεται υπόψη, ανεξαρτήτως ύψους.
Τέλος, επισημάνθηκε ότι το πρόγραμμα μπορεί να καλύψει έως και τρία παιδιά ανά οικογένεια, φτάνοντας συνολικά τα 1.500 ευρώ μηνιαίως, γεγονός που το καθιστά τόσο σημαντική στήριξη για τις οικογένειες όσο και μια αξιόλογη επαγγελματική ευκαιρία για όσους επιθυμούν να ασχοληθούν με τη φροντίδα παιδιών.