Ο πρέσβης Δημήτρης Παπανδρέου μιλάει στο «Μανιφέστο» για το τελευταίο βιβλίο του, την «Ιστορική πραγματεία περί του Νέου Ελληνισμού».
Προαναγγέλλει τα δύο επόμενα προς έκδοση πονήματά του και μας περιγράφει τον ρόλο που έπαιξε η ιστορία στη διπλωματική διαδρομή του.
Η πλειονότητα των διπλωματών στο υπουργείο Εξωτερικών είναι νομικοί ή νομομαθείς. Η στενά νομικίστικη προσέγγιση ορισμένων οδήγησε συναδέλφους τους –με διαφορετικό ακαδημαϊκό υπόβαθρο– σε σχόλια πως κάποια στιγμή «θα πρέπει να απαγορευτούν οι νομικοί στο μαγαζί».
Αρκετοί διπλωμάτες όταν αποκτήσουν τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή, δηλαδή όταν συνταξιοδοτηθούν, γράφουν βιβλία, κυρίως βιωματικού χαρακτήρα, για τη διαδρομή τους στην υπηρεσία. Πώς θα σας φαινόταν αν υπήρχε εν ενεργεία διπλωμάτης που έχει εκδώσει επτά βιβλία, έχει στα «σκαριά» ακόμα δύο και δεν είναι νομικός;
Οι παροικούντες το υπουργείο Εξωτερικών γνωρίζουν ότι υπάρχει. Είναι ο πρέσβης Δημήτρης Παπανδρέου, το έβδομο βιβλίο του οποίου, η «Ιστορική πραγματεία περί του Νέου Ελληνισμού» (Εναλλακτικές εκδόσεις), κυκλοφόρησε προσφάτως.
Με ρίζες από το Αγρίνιο, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα· σπούδασε Φιλοσοφία και Ιστορία σε Αθήνα και Παρίσι αντίστοιχα, αποκτώντας ειδίκευση στη Βυζαντινή και τη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία. Εργάζεται στο υπουργείο Εξωτερικών από το 1995 και έχει υπηρετήσει μεταξύ άλλων σε Συρία, Βόρεια Μακεδονία, Ουκρανία και ως πρέσβης στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη.
Τι πραγματεύεται το τελευταίο βιβλίο του; «Με βασάνιζε η απουσία –στον ελληνικό χώρο– μιας σύγχρονης μελέτης που να εξιστορεί την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού. Το βιβλίο μου εστιάζεται προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση», υπογραμμίζει στη συνέντευξή του στο «Μανιφέστο» ο κ. Παπανδρέου, λέγοντας ότι γι’ αυτό το ανάγνωσμα καλύπτει την περίοδο από τον τέταρτο αιώνα μ.Χ. μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1860 με την ρύθμιση του Επτανησιακού και τη μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866- 1869.
Ο πρέσβης εκτιμά ότι το 1821 ήταν η τελευταία ευκαιρία του γένους για ανεξαρτησία. «Δεν θα είχαμε άλλη. Ή αν θα είχαμε, τα σύνορά μας θα ήταν ενδεχομένως κάπου πιο νότια», συμπληρώνει.
Καίτοι ιστορικό, το βιβλίο του διαπνέεται από ένα συνεχές γιατί. «Δεν θέλω τον αναγνώστη να ικανοποιείται από αυτά που διαβάζει. Τον θέλω να προβληματίζεται, να διερωτάται, να μιλάει μαζί μου. Να γίνεται ιστορικός μαζί με τον ιστορικό. Να διαφωνεί και να καταθέτει τη δική του άποψη. Γι’ αυτό το έγραψα αυτό το βιβλίο», εξηγεί.
Η ιστορία κατά το κοινώς λεχθέν είναι σχολείο και όχι φυλακή. Αλλά πόσο διδάσκει; Και βοηθά στην αποφυγή των λαθών του παρελθόντος; Ιδιαίτερα σε ένα αβέβαιο παρόν όπως το τρέχον και ένα μέλλον εντελώς απρόβλεπτο.
«Η ιστορία δεν διδάσκει. Δυστυχώς. Θα έπρεπε, αλλά δεν διδάσκει. Αντίθετα, όταν παρέρχεται ικανός ιστορικός χρόνος από τραγικά γεγονότα και περνάμε μέσα από μια περίοδο νηνεμίας, οι άνθρωποι ξεχνούν. Τότε ο πόλεμος και η σύγκρουση είναι πιο πιθανές από ποτέ», τονίζει, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του 1815: από το συνέδριο της Βιέννης και την τελική ήττα του Ναπολέοντα μέχρι το 1914, οπότε ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Μάλιστα, το ένα από τα δύο βιβλία του που αναμένεται να κυκλοφορήσουν το επόμενο διάστημα αφορά το 1914. Το έτερο τιτλοφορείται «Αναλύοντας την Ιστορία» και περιλαμβάνει ζητήματα φιλοσοφικής και θεωρητικής προσέγγισης στο αντικειμένό τους. Μέσα απ’ αυτήν τη φιλοσοφική προσέγγιση της ιστορίας διατυπώνει και μια πιο προσωπική ιδέα για την Ελληνική Επανάσταση και συγκεκριμένα το Μεσολόγγι.
«Το Μεσολόγγι τολμώ να το κατηγοριοποιήσω στο δίκτυο των πόλεων που έζησαν την τραγωδία. Χιροσίμα, Μεσολόγγι, Γκουέρνικα, Βηρυτός, Σεράγεβο. Όλες αυτές οι πόλεις είναι συγγενείς μεταξύ τους. Το Μεσολόγγι ανήκει σε αυτό το άτυπο ‘‘δίκτυο’’. Δεν ξέρω αν έχει συσταθεί, αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Αλλά θα το πρότεινα μέσα από την εφημερίδα σας», λέει.
Σε ό,τι τον αφορά, ο κ. Παπανδρέου δεν έχει καμία αμφιβολία για το πόσο η ιστορική γνώση τον βοήθησε στη διάρκεια της διπλωματικής διαδρομής του. «Έχω βρεθεί και έχω υπηρετήσει σε μέρη που με παρότρυναν να γράψω την ιστορία. Γι’ αυτό έγραψα για τη Συρία, για τη Μέση Ανατολή», λέει.
«Είναι λάθος», συνεχίζει, «να παραγνωρίζουμε την ιστορία. Σε άλλες χώρες με μεγάλες διπλωματικές υπηρεσίες η ιστορική γνώση είναι εφόδιο του διπλωμάτη στη δουλειά του. Δεν μπορείς να κρίνεις τους γύρω λαούς αν δεν ξέρεις τη δική τους ιστορία. Πολλές φορές στην Ελλάδα διαπράττουμε το λάθος να κρίνουμε τα πράγματα με βάση το τι πιστεύουμε εμείς».
Και προχωρά τη σκέψη του. «Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που συνδυάζω τις δύο ιδιότητες. Και του διπλωμάτη και του ιστορικού. Η μία συμπληρώνει και βοηθά την άλλη, δεν συγκρούονται. Μπορούν να συνυπάρξουν άνετα», «Αλλά πρώτα απ’ όλα», προσθέτει, «πρέπει να έχουμε στον νου μας ότι ως διπλωμάτες υπηρετούμε την πατρίδα μας. Και οφείλουμε να θυσιαζόμαστε γι’ αυτήν. Η πατρίδα δεν έχει καμιά υποχρέωση απέναντί μας, για να το πω και λίγο φιλοσοφικά».
Ο κ. Παπανδρέου αφυπηρετεί από το υπουργείο Εξωτερικών σε λίγα χρόνια. Οι Πατρινοί φίλοι του τον προτρέπουν να εμπλακεί είτε στην πολιτική είτε στην αυτοδιοικητική κονίστρα. Ο ίδιος προς ώρας δεν φαίνεται να ενθουσιάζεται. Εστιάζει στη δουλειά του και κυρίως την οικογένειά του, με επίκεντρο τον τρίχρονο γιο του, Δημοσθένη.