Την επισήμανση πως σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η παγκόσμια ηγεσία απαιτεί στρατηγική ψυχραιμία, ιστορική ευθύνη και πολιτικό θάρρος κάνει ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, σε άρθρο του στην «Καθημερινή».

Όπως τονίσει ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και Αμυνας, πρώην Ευρωπαίος επίτροπος και βουλευτής, «η συνεννόηση μεταξύ ΗΠΑ
και Κίνας δεν αποτελεί πολυτέλεια ούτε διπλωματική επιλογή καλής θέλησης. Αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης, της οικονομικής σταθερότητας και της ελπίδας».

Αναλυτικά το άρθρο έχει ως εξής:

Σε μια εποχή όπου οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται με πρωτοφανή ταχύτητα και η παγκόσμια αβεβαιότητα βαθαίνει, η σχέση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας υπερβαίνει πλέον τα όρια μιας κλασικής διμερούς αντιπαράθεσης. Δεν αφορά μόνο το εμπόριο, τους δασμούς ή την τεχνολογική υπεροχή. Αποτελεί τον καθοριστικό άξονα πάνω στον οποίο στηρίζεται η παγκόσμια σταθερότητα, η λειτουργία της πολυμέρειας και η ίδια η δυνατότητα του διεθνούς συστήματος να αποτρέψει μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση.

Η εμπειρία δεκαετιών στους διεθνείς οργανισμούς και στις ζώνες κρίσεων καταδεικνύει μια σταθερή πραγματικότητα: όταν Ουάσιγκτον και Πεκίνο συγκρούονται ανεξέλεγκτα, το κόστος δεν περιορίζεται στις δύο υπερδυνάμεις. Μεταφέρεται άμεσα στις πιο ευάλωτες περιοχές του πλανήτη. Από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Νοτιοανατολική Ασία και τα Βαλκάνια, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων μετατρέπεται σε παράγοντα αστάθειας, οικονομικής ανασφάλειας και γεωπολιτικής πίεσης.

Σήμερα, η διεθνής τάξη δεν απειλείται από μια θεαματική κατάρρευση, αλλά από μια αργή και επικίνδυνη διάβρωση. Οι θεσμοί αποδυναμώνονται, οι συμμαχίες γίνονται περισσότερο συναλλακτικές και η αμοιβαία εμπιστοσύνη αντικαθίσταται από λογικές μηδενικού αθροίσματος. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλές αναπτυσσόμενες χώρες καλούνται να επιλέξουν στρατόπεδο, θυσιάζοντας συχνά την αυτονομία τους και τις αναπτυξιακές τους προτεραιότητες.

Η σχέση ΗΠΑ-Κίνας παραμένει η σημαντικότερη μεταβλητή που μπορεί να ανακόψει αυτή την πορεία. Καμία άλλη διμερής σχέση στον κόσμο δεν συγκεντρώνει τον ίδιο συνδυασμό οικονομικού μεγέθους, τεχνολογικής πρωτοπορίας, στρατιωτικής ισχύος και θεσμικού βάρους. Οι δύο αυτές δυνάμεις φέρουν μια ιστορική ευθύνη που υπερβαίνει τα εθνικά τους σύνορα: να προστατεύσουν τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας και συνεργασίας από μια ανεξέλεγκτη διολίσθηση σε έναν νέο κύκλο παγκόσμιας αντιπαράθεσης.

Γι’ αυτό και η προγραμματισμένη συνάντηση του Donald Trump με τον Xi Jinping στο Πεκίνο -εφόσον τελικά πραγματοποιηθεί χωρίς νέα αναβολή- αποκτά ιδιαίτερη ιστορική σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη διπλωματική επαφή υψηλού επιπέδου. Είναι μια κρίσιμη δοκιμασία πολιτικής ωριμότητας και στρατηγικής ευθύνης απέναντι στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας.

Ο κόσμος δεν αναμένει από τις δύο υπερδυνάμεις να εγκαταλείψουν τον ανταγωνισμό τους. Αναμένει όμως να αποδείξουν ότι μπορούν να τον διαχειριστούν χωρίς να οδηγήσουν την ανθρωπότητα σε μια νέα εποχή συγκρούσεων, οικονομικών διαχωρισμών και γεωπολιτικών ρήξεων. Η ανάγκη οικοδόμησης ενός πλαισίου «ανταγωνιστικής συνύπαρξης» καθίσταται πλέον επιτακτική.

Η κλιματική κρίση, οι πανδημίες, η ενεργειακή ασφάλεια, οι μεταναστευτικές πιέσεις, η τεχνητή νοημοσύνη και η σταθερότητα των αγορών δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από λογικές ψυχρού πολέμου. Απαιτούν συνεργασία, συνεννόηση και ελάχιστους κοινούς κανόνες λειτουργίας. Χωρίς έναν στοιχειώδη στρατηγικό συντονισμό μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, καμία παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφάλειας και ανάπτυξης δεν μπορεί να παραμείνει βιώσιμη.

Η Ευρώπη, αλλά και οι μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις του αναπτυσσόμενου κόσμου -από τη Βραζιλία και την Ινδονησία έως την Αίγυπτο και την Ινδία- έχουν κάθε λόγο να επιδιώκουν μια τέτοια ισορροπία. Διότι η σύγκρουση των δύο γιγάντων δεν θα παράξει νικητές. Θα παράξει ένα διεθνές σύστημα περισσότερο κατακερματισμένο, λιγότερο ασφαλές και πολύ πιο ασταθές.

Ταυτόχρονα, η παγκόσμια οικονομία έχει ήδη εισέλθει σε μια περίοδο εύθραυστης μετάβασης. Οι αλυσίδες εφοδιασμού, οι αγορές ενέργειας, η τεχνολογική παραγωγή και οι επενδυτικές ροές εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη σταθερότητα της αμερικανοκινεζικής σχέσης. Μια παρατεταμένη κρίση ανάμεσα στις δύο δυνάμεις θα είχε άμεσες συνέπειες στην καθημερινότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων, επιτείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες και τροφοδοτώντας νέα κύματα ανασφάλειας και αποσταθεροποίησης.

Η ιστορία συχνά καθορίζεται από στιγμές που αρχικά μοιάζουν απλώς συμβολικές. Η 14η Μαΐου 2026 μπορεί να εξελιχθεί σε μία από αυτές τις στιγμές. Όχι επειδή θα λύσει αυτομάτως τις μεγάλες αντιθέσεις του καιρού μας, αλλά επειδή μπορεί να σηματοδοτήσει την απαρχή μιας πιο ώριμης και υπεύθυνης διαχείρισης της σημαντικότερης σχέσης του 21ου αιώνα.

Στο τέλος, οι ηγέτες δεν κρίνονται μόνο από την ικανότητά τους να υπερασπίζονται τα εθνικά τους συμφέροντα. Κρίνονται από το αν μπορούν να αποτρέψουν τη διολίσθηση του κόσμου σε μια νέα σκοτεινή περίοδο αστάθειας, συγκρούσεων και γεωπολιτικού κατακερματισμού.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η παγκόσμια ηγεσία απαιτεί στρατηγική ψυχραιμία, ιστορική ευθύνη και πολιτικό θάρρος. Η συνεννόηση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δεν αποτελεί πολυτέλεια ούτε διπλωματική επιλογή καλής θέλησης. Αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης, της οικονομικής σταθερότητας και της ελπίδας σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται καθημερινά από πολλαπλές κρίσεις.