Προ ημερών εορτάστηκε στην Τουρκία η Ημέρα Δημοκρατίας και Εθνικής Ενότητας.
Αυτή είναι η ονομασία της επετείου της απόπειρας πραξικοπήματος που πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουλίου 2016, η οποία έκτοτε καθιερώθηκε ως επίσημη εθνική γιορτή στη γειτονική χώρα.
Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες για τα γεγονότα εκείνου του καλοκαιριού, κι ενώ αρκετές κρίσιμες πτυχές για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα παραμένουν θολές, δύο τινά είναι αδιαπραγμάτευτα: τουλάχιστον 253 άνθρωποι σκοτώθηκαν (η κυβέρνηση δεν περιλαμβάνει στους νεκρούς τους πραξικοπηματίες) και 2.740 τραυματίστηκαν τη 15η Ιουλίου.
Το έτερο σχετίζεται με τον τρόπο που η Αγκυρα επένδυσε στο γεγονός.
Εργαλειοποίηση της επετείου και ξένοι φοιτητές
Υπό αυτό το πρίσμα, το αντιπολιτευόμενο τουρκικό μέσο ενημέρωσης Nordic Monitor (εδρεύει στη Σουηδία), κατηγόρησε την κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για εργαλειοποίηση της 10ης επετείου της απόπειρας πραξικοπήματος.
Στο ρεπορτάζ με τίτλο «Η Τουρκία στρατολογεί φοιτητές απ’ όλο τον κόσμο για να προωθήσει κυβερνητικές αφηγήσεις, να αντιμετωπίσει τους αντιφρονούντες του Ερντογάν», υπογραμμίζεται ότι η Αγκυρα μέσω των μηχανισμών της έχει ενισχύσει τη συμμετοχή των ξένων σπουδαστών στις τελετές μνήμης, βασικός στόχος των οποίων είναι η υιοθέτηση του κυβερνητικού αφηγήματος.
«Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης είναι η ετήσια εορταστική εκδήλωση μνήμης της αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, η οποία έχει γίνει ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής κληρονομιάς του Ερντογάν.
Φοιτητές από όλο τον κόσμο έχουν ενσωματωθεί σε επίσημες τελετές μνήμης, επισκέψεις σε μουσεία και σεμινάρια που παρουσιάζουν την αφήγηση της κυβέρνησης για το πραξικόπημα», αναφέρει ο Λεβέντ Κενέζ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτά τα προγράμματα χαρακτηρίζουν συχνά το κίνημα του οποίου ηγείτο ο ιμάμης Φετουλάχ Γκιουλέν «ως τον εγκέφαλο πίσω από την απόπειρα πραξικοπήματος.
Η Αγκυρα χαρακτηρίζει την ομάδα ως τρομοκρατική οργάνωση (σ.σ.: FETO).
Το Κίνημα Γκιουλέν, ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι το πραξικόπημα ήταν μια επιχείρηση ψευδούς σημαίας που ενορχηστρώθηκε από τον Ερντογάν και τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες για να δικαιολογήσει μια εκτεταμένη εκκαθάριση αντιφρονούντων από τον κρατικό μηχανισμό και τον στρατό».
Οι κρατικοί φορείς εξωτερικής πολιτικής και soft power
Στο άρθρο του, ο εξόριστος Τούρκος δημοσιογράφος αναφέρεται σε ορισμένους τουρκικούς κρατικούς φορείς, οι οποίοι λειτουργούν ως μηχανισμοί προώθησης της τουρκικής ήπιας ισχύος (soft power) ή, κατά άλλους, ως όργανα προπαγάνδας της κυβέρνησης Ερντογάν, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
• Το Ιδρυμα Maarif, ένας κρατικός οργανισμός που ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 2016, λειτουργώντας ως ο επίσημος βραχίονας της Τουρκίας για την εκπαίδευση στο εξωτερικό. Βασικός του στόχος η εξουδετέρωση των ιδρυμάτων που σχετίζονται με το Κίνημα Γκιουλέν ανά τον κόσμο.
• Η TIKA, η κρατική υπηρεσία αναπτυξιακής και ανθρωπιστικής βοήθειας στο εξωτερικό, η οποία χρηματοδοτεί και επιβλέπει τη συντήρηση και αναστήλωση εκατοντάδων οθωμανικών μνημείων παγκοσμίως, ενώ κατασκευάζει (ή εξοπλίζει) νοσοκομεία, σχολεία, δίκτυα ύδρευσης, βιβλιοθήκες και δημόσια κτήρια.
• Το Ινστιτούτο Yunus Emre που, θεωρητικώς, είναι το αντίστοιχο του βρετανικού British Council ή του γαλλικού Institut Français.
• Η YTB, η Διεύθυνση για τους Τούρκους του εξωτερικού και τους συναφείς πληθυσμούς.
• Η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet), η οποία ενώ ιδρύθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ το 1924 για να ελέγχει το Ισλάμ στο εσωτερικό της χώρας, επί διακυβέρνησης Ερντογάν μετατράπηκε σε παγκόσμιο διπλωματικό φορέα και εργαλείο εξαγωγής soft power.
Ο φαραωνικός μηχανισμός της Διεύθυνσης Επικοινωνίας
Οπωσδήποτε, κομβικό ρόλο στην προώθηση του αφηγήματος της κυβέρνησης Ερντογάν, εντός και εκτός Τουρκίας, έχει η Διεύθυνση Επικοινωνίας (İletişim Başkanlığı) της τουρκικής προεδρίας.
Πρόκειται για έναν φαραωνικό μηχανισμό που απασχολεί πάνω από 1.600 άτομα, διαθέτει 48 γραφεία στο εξωτερικό σε 43 χώρες παγκοσμίως και ο προϋπολογισμός του για το 2025 προσέγγισε τα 6,1 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες (175 εκατ. δολάρια).
Η Διεύθυνση Επικοινωνίας ιδρύθηκε το 2018 προκειμένου «να προωθήσει τις προοπτικές της Τουρκίας διεθνώς, να διαχειριστεί τη δημόσια διπλωματία, να καταπολεμήσει την παραπληροφόρηση» και να ενισχύσει την επικοινωνία μεταξύ κυβέρνησης – πολιτών.
Ωστόσο, η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι ο θεσμός λειτουργεί ως προπαγανδιστικός βραχίονας του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), με τον Ερτουγρούλ Οζκιόκ να την αποκαλεί «γκεμπελικό μηχανισμό προπαγάνδας».
Ο έλεγχος των ΜΜΕ και η εξαφάνιση της πολυφωνίας
Σε εκτενή έρευνά του τον Αύγουστο του 2020, το Reuters περιέγραψε τη λειτουργία του θεσμού και τον βαθμό επιρροής που ασκεί στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, ως παραδείγματα την παραίτηση του γαμπρού του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, καθώς και τον θάνατο 30 Τούρκων στρατιωτών από ρωσική αεροπορική επιδρομή στη Βορειοδυτική Συρία τον Φεβρουάριο του 2020, το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης αποσιώπησαν, υποβάθμισαν ή περιόρισαν σημαντικά την προβολή των συγκεκριμένων ειδήσεων.
Τέλος, επισημαίνεται ότι η όποια ανεξαρτησία του τουρκικού Τύπου, μέσα στο ήδη ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας του, έχει ουσιαστικά εκλείψει, καθώς εφημερίδες όπως η «Hürriyet» έχουν περιέλθει στον έλεγχο φιλοκυβερνητικών επιχειρηματικών ομίλων.