Στην επιχειρηματική σκακιέρα, οι αριθμοί σπάνια λένε όλη την αλήθεια από μόνοι τους, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτυπώνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το μέγεθος μιας δικαστικής σύγκρουσης που υπόσχεται να συνεχίσει να απασχολεί έντονα τα νομικά και οικονομικά χρονικά.

Η απόσταση που χωρίζει τα 466 εκατομμύρια ευρώ από τα 252,6 εκατομμύρια ευρώ δεν είναι απλώς μια διαφορά 213,4 εκατομμυρίων στον αέρα, αλλά είναι το σημείο καμπής γύρω από το οποίο περιστρέφεται πλέον η πολύκροτη υπόθεση των Μαρμάρων Παυλίδη, μιας από τις πιο εμβληματικές και ισχυρές εξαγωγικές δυνάμεις της ελληνικής βιομηχανίας.

Πίσω από τους τίτλους και τις αναλύσεις, πίσω από τις περίπλοκες εταιρικές δομές και το συναισθηματικό υπόβαθρο που αναπόφευκτα συνοδεύει κάθε επιχειρηματικό δράμα με οικογενειακές ρίζες, το πραγματικό διακύβευμα παραμένει εκπληκτικά συγκεκριμένο.
Θέμα αποτίμησης.

Το κρίσιμο ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν βρίσκεται στη δυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων, ούτε καν στην εκ των υστέρων επαναγορά της εταιρείας από τον Χριστόφορο Παυλίδη, μια κίνηση που συζητήθηκε όσο λίγες στην αγορά.

Το ουσιαστικό ερώτημα που καλείται να απαντηθεί είναι η αποτίμηση. Πόσο πραγματικά άξιζε η εταιρεία τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που άλλαζε χέρια και κατά πόσο το τίμημα που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε τότε ανταποκρινόταν στην πραγματική οικονομική και επιχειρηματική υπόστασή της.

Η αυλαία της νομικής αυτής αναμέτρησης άνοιξε με μια κίνηση υψηλού ρίσκου και εξαιρετικής τακτικής. Η βρετανική δικηγορική εταιρεία Brabners LLP, αναλαμβάνοντας την εκπροσώπηση τεσσάρων μελών της οικογένειας Παυλίδη, απέστειλε ένα επίσημο letter of claim, το οποίο διαμορφώνει πλέον το πλαίσιο της αντιδικίας.

Στην επιστολή αυτήν διατυπώνεται ο κεντρικός ισχυρισμός ότι η Pavlidis SA πωλήθηκε σε τιμή δραματικά χαμηλότερη από την πραγματική αξία της. Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας τους δεν στηρίζεται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, αλλά συμπυκνώνεται σε μια αναλυτική έκθεση αποτίμησης που συνέταξε ο οίκος Deloitte. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, η συνολική αξία της εταιρείας την κρίσιμη περίοδο εκτιμάται στα 466 εκατομμύρια ευρώ, την ίδια στιγμή που το τίμημα της συναλλαγής είχε διαμορφωθεί τελικά γύρω στα 252,6 εκατομμύρια ευρώ. Με βάση αυτήν την τεράστια απόκλιση, οι νομικοί σύμβουλοι των αιτούντων υπολογίζουν πως η οικονομική ζημία των εντολέων τους αγγίζει το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 133,2 εκατομμυρίων ευρώ.

Φυσικά, στον απαιτητικό κόσμο των εταιρικών διαφορών ένα letter of claim αποτελεί την αφετηρία και όχι το τέλος της διαδρομής. Πρόκειται για ισχυρισμούς και εκτιμήσεις μιας πλευράς που περιλαμβάνονται σε μια προδικαστική επιστολή και δεν έχουν περάσει ακόμη από τη βάσανο της δικαστικής κρίσης, ούτε έχουν αξιολογηθεί από ανεξάρτητους δικαστές. Ομως, η αφετηρία αυτή είναι αρκετή για να αποτελέσει το σκηνικό μιας πρωτοφανούς αντιπαράθεσης, όπου οι δύο πλευρές προσέρχονται με εκ διαμέτρου αντίθετες οπτικές γωνίες.

Από τη μία πλευρά, η νομική γραμμή που επικαλείται την αποτίμηση της Deloitte εστιάζει στις μακροπρόθεσμες προοπτικές, στην τεράστια αξία των κοιτασμάτων και στη μελλοντική παραγωγική δυναμικότητα των λατομείων της εταιρείας. Υποστηρίζει, επί της ουσίας, ότι η εταιρεία πουλήθηκε υποτιμημένη, χωρίς να προσμετρηθεί η υπεραξία που εξασφάλιζε η ηγετική θέση της στην παγκόσμια αγορά μαρμάρου.

Ομως, όποιος γνωρίζει τους κανόνες της εταιρικής χρηματοοικονομικής ξέρει καλά πως η αποτίμηση μιας επιχείρησης δεν είναι μια απόλυτη, μαθηματική εξίσωση με μία και μοναδική σωστή απάντηση. Είναι μια ζωντανή και δρώσα, εξαιρετικά σύνθετη, διαδικασία που επηρεάζεται άμεσα από το οικονομικό περιβάλλον, τη χρονική συγκυρία, τους κινδύνους που επικρατούν στην αγορά την ημέρα που υπογράφεται η συμφωνία, τις προσδοκώμενες ταμειακές ροές, αλλά και τις θεμελιώδεις παραδοχές που επιλέγει να χρησιμοποιήσει κάθε σύμβουλος στην ανάλυσή του.

Αν η υπόθεση οδηγηθεί τελικά στις αίθουσες του High Court του Λονδίνου –ένα δικαστήριο με τεράστια παράδοση και εξειδίκευση σε διεθνείς εταιρικές διαφορές τέτοιου βεληνεκούς– η μάχη δεν θα δοθεί με όρους εντυπώσεων. Η ουσία θα κριθεί στα ψιλά γράμματα των οικονομικών εκθέσεων, στις λογιστικές παραδοχές, στα στοιχεία που ήταν αντικειμενικά διαθέσιμα και γνωστά στους συμβαλλόμενους τη στιγμή της συναλλαγής, καθώς και στη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για να οριστεί η τότε «εύλογη αξία».

Αλλο θεωρία, άλλο πράξη

Σε κάθε περίπτωση, έγκυροι κύκλοι της αγοράς εκφράζουν την άποψη ότι θα μεσολαβήσουν πολλά επεισόδια ακόμα μέχρι να φτάσει η υπόθεση σε μια οριστική λύση. Η περίπτωση των Μαρμάρων Παυλίδη συμπυκνώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη σύγκρουση ανάμεσα στη θεωρητική αποτίμηση και τη σκληρή πραγματικότητα μιας αγοραπωλησίας.

Πάντως πρέπει να αναφέρουμε ότι η αντιδικία αυτή ξεπερνά τα όρια μιας απλής οικονομικής απαίτησης μεταξύ μετόχων. Για πολλούς μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό μάθημα εταιρικής διακυβέρνησης και χρηματοοικονομικής ανάλυσης, όπου ένα από τα πιο πολύτιμα επιχειρηματικά asset της ελληνικής περιφέρειας καλείται να αποτιμηθεί ξανά, αυτήν τη φορά κάτω από το αυστηρό φως της διεθνούς Δικαιοσύνης.