Η υπόθεση της βαθιάς ενδοοικογενειακής και μετοχικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στα τρία αδέρφια Παυλίδη έφτασε στη Δικαιοσύνη τον Νοέμβριο του 2023.

Δύο χρόνια μετά τη μήνυση της Χριστίνας και του Κυριάκου Παυλίδη κατά του αδερφού τους Χριστόφορου Παυλίδη για κακουργηματική απάτη, αναφορικά με την καταγγελλόμενη ως συστηματική και εξακολουθητική απατηλή συμπεριφορά αυτού, προκειμένου να τους υφαρπάξει την περιουσία, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Δράμας άσκησε κακουργηματικές διώξεις κατά του Χριστόφορου Παυλίδη και λοιπών προσώπων που σχετίζονται με τις εταιρείες που κατέχει, για απάτη άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και συνέργεια στην απάτη.

Η ενδελεχής εισαγγελική έρευνα με τη συγκέντρωση πληθώρας αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων, παραστατικών, την εξέταση δεκάδων μαρτύρων, κατέληξε στην κρίση ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για την τέλεση των αδικημάτων για τα οποία εγκαλείται ο Χριστόφορος Παυλίδης και σημερινός ιδιοκτήτης της Παυλίδης ΑΕ Μάρμαρα Γρανίτες και των εταιρειών του Ομίλου Παυλίδης και τον παραπέμπει στην ανάκριση για πολύ σοβαρό κακούργημα.

Η υπόθεση της βαθιάς ενδοοικογενειακής και μετοχικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στα τρία αδέρφια Παυλίδη έφτασε στη Δικαιοσύνη τον Νοέμβριο του 2023, όταν η Χριστίνα και ο Κυριάκος Παυλίδης, πρώην πλέον μέτοχοι των εταιρειών Παυλίδη, υπέβαλαν την υπ’ αριθμόν 2093/2023 έγκληση κατά του αδερφού τους στην Εισαγγελία Δράμας για την απάτη σε βάρος τους.

Το «Μανιφέστο» παρουσιάζει αποσπάσματα από τη μήνυση των δύο αδερφών εναντίον του Χριστόφορου Παυλίδη, στην οποία περιγράφεται από τους ίδιους η συστηματική εξαπάτηση σε βάρος τους, αλλά και το πώς στήθηκε η κομπίνα προκειμένου τα δύο αδέρφια να πειστούν να πουλήσουν την περιουσία τους σε ανεξάρτητους υποτίθεται επενδυτές, ενώ όπως υποστηρίζουν, στην πραγματικότητα, πίσω από τις εταιρείες-βιτρίνα ήταν ο ίδιος και οι συνεργοί του.

Επιπλέον, οι δύο μηνυτές ισχυρίζονται ότι ο σημερινός κάτοχος των εταιρειών του Ομίλου Παυλίδη κατάφερε εξαπατώντας τους να τους πείσει να πουλήσουν τις εταιρείες τους έναντι 265.000.000 ευρώ, τίμημα που κατά τους ίδιους είναι πολύ χαμηλό σε σχέση με την αντικειμενική αξία της Παυλίδης ΑΕ και του Ομίλου Παυλίδης.

Όπως αναφέρεται στη μήνυση, τον Απρίλιο 2021 ο Χριστόφορος Παυλίδης, που βρισκόταν επί χρόνια στο τιμόνι των εταιρειών της οικογένειας, αποκλείοντας παράλληλα τα δύο του αδέρφια από την ουσιαστική διοίκηση και την πλήρη γνώση των εταιρικών πεπραγμένων, όπως οι ίδιοι καταγγέλλουν, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο πώλησης των εταιρειών στον ίδιο, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια.

«Τότε για πρώτη φορά ο αδελφός μας κατά τη διάρκεια μιας άτυπης σύσκεψης μας παρέστησε ψευδώς ότι η κατάσταση όλων των λατομείων και ειδικότερα η κατάσταση του λατομείου εξόρυξης του κατ’ εξοχήν ακριβού και παγκοσμίως γνωστού για την ποιότητα του μαρμάρου τύπου ARISTON είναι τραγική, καθ’ όσον οι εξορύξεις δεικνύουν ότι τα κοιτάσματα έχουν σχεδόν εξαντληθεί. Μας παρέστησε επίσης ψευδώς ότι και το νέο κοίτασμα δολομιτικού μαρμάρου τύπου ARISTON που είχε εντοπισθεί στον χώρο του παλαιού λατομείου του αείμνηστου πατέρα μας δεν ήταν της αυτής ποιότητας με το προηγούμενο και ότι η εξόρυξη δεν ήταν δυνατόν να καλύψει τη μείωση του αρχικού κοιτάσματος. Παρουσίαζε δε ως μοναδική σωτήρια λύση τη δρομολόγηση της πωλήσεως των εταιρειών του Ομίλου της εταιρείας και μάλιστα το συντομότερο δυνατόν», καταγγέλλουν η Χριστίνα και ο Κυριάκος Παυλίδης.

Εν συνεχεία, όπως υποστηρίζουν στη μήνυσή τους, μπήκε σε εφαρμογή το σχέδιο υφαρπαγής των εταιρειών.

«Υπό το καθεστώς των συνεχών και επαναλαμβανόμενων ψευδών παραστάσεων και απόκρυψης των αληθών γεγονότων και της “προ των πυλών καταστροφής” πεισθήκαμε να προχωρήσουμε στην πώληση του Ομίλου της Εταιρείας στο ποσό των 250.000.000 ευρώ, υλοποιώντας έτσι κατ’ αυτόν τον τρόπο ανεπιγνώστως το εγκληματικό σχέδιο του αδελφού μας», αναφέρουν τα δύο φερόμενα θύματα εξαπάτησης από τον ίδιο τους τον αδερφό και συμπληρώνουν ότι έξι μήνες μετά την πώληση των εταιρειών τους βούιξε ο επιχειρηματικός Τύπος για την καλά σχεδιασμένη εξαπάτηση, αφού, όπως προέκυψε, σύμφωνα με τους δύο μηνυτές, ο αδερφός τους, μέσα από ένα πλέγμα εταιρειών με μηδενικό κεφάλαιο και μηδενική επιχειρηματική δραστηριότητα, ξεγέλασε τους ίδιους και την αγορά και επαναγόρασε την εταιρεία έναντι ευτελούς τιμήματος σε σχέση με την πραγματική αξία της.

«Το ιστορικό της ίδρυσης και των σχέσεων των εταιρειών που ενεπλάκησαν στην εξαγορά της εταιρείας μας δεν μας είχε απασχολήσει, αφού τον χειρισμό του θέματος της αγοραπωλησίας των μετοχών της εταιρείας μας, μετά τις ψευδείς και απατηλές παραστάσεις του εγκαλουμένου αναφορικά με τη “ζοφερή” εικόνα αυτής, την είχαμε αναθέσει αποκλειστικά σε αυτόν, στον οποίο είχαμε λόγω της αδελφικής μας σχέσεως τυφλή εμπιστοσύνη, μέχρις ότου έπεσε “κεραυνός εν αιθρία” η είδηση στον ημερήσιο Τύπο και στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας ότι ο εγκαλούμενος αδελφός μας σε χρονικό διάστημα περίπου πέντε μηνών ή και πιθανόν λιγότερο μετά την πώληση της εταιρείας μας προέβη σε επαναγορά του συνόλου των μετοχικών συμφερόντων αυτής», αναφέρουν σχετικά στο δικόγραφο, με το οποίο στρέφονται εναντίον του νυν κατόχου των εταιρειών, αδερφού τους, Χριστόφορου Παυλίδη.

«Την 16-01-2026, μετά από μία μακρά προκαταρτική εξέταση, κατά την οποία πέραν της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, αναδείχθηκαν πολλά σκοτεινά σημεία της επίδικης υπόθεσης, η κ. εισαγγελέας Πρωτοδικών Δράμας άσκησε ποινική δίωξη κατά των εγκαλουμένων για απάτη άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και συνέργεια στην ως άνω πράξη και παρέπεμψε τη δικογραφία στην κ. ανακρίτρια Δράμας για τη διενέργεια τακτικής ανάκρισης. Επισημαίνουμε ότι τα στοιχεία της επίδικης δικογραφίας στοιχειοθετούν μία ιδιαίτερα σύνθετη ποινική υπόθεση, με τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διατηρούμε την ακλόνητη πεποίθηση ότι η διερεύνηση της υπόθεσης από την κ. ανακρίτρια Δράμας θα αποκαλύψει τον ρόλο όλων των εμπλεκομένων, στον καθέναν των οποίων θα αποδοθεί η ποινική ευθύνη που του αναλογεί», δηλώνει στο «Μανιφέστο» για την πολύκροτη υπόθεση ο δικηγόρος των πρώην μετόχων και μηνυτών, Ανδρέας Μήτσαινας.

*Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».