Ακρα του τάφου σιωπή από κόμματα, διαπλεκόμενα ΜΜΕ και χοντρά συμφέροντα, σχετικά με την εγκληματική οργάνωση που δικάζεται για το φονικό στου Ρέντη με θύμα τον Γιώργο Λυγγερίδη.
Ενώ η αντιπολίτευση υιοθετεί με κάθε ευκαιρία, ακόμα και αν είναι ανάξια λόγου, επιθετική έως και τοξική ρητορική, στην υπόθεση του Ρέντη παρατηρείται μια παρατεταμένη «αφωνία».
Μια περίεργη σιωπή που ξεκινά, όπως φαίνεται, από την υστερόβουλη άρνησή της να πάρει σαφή και ξεκάθαρη θέση, όχι θεωρητική, στο θέμα της οπαδικής βίας, των ευθυνών των οργανωμένων στρατών, των καταφανών διασυνδέσεών τους με δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος, των ευθυνών των ιδιοκτητών των ΠΑΕ. Και φυσικά, την ανάγκη προστασίας των αστυνομικών δυνάμεων που βρίσκονται στο πεδίο.
Η δίκη για τη δολοφονία του Γιώργου Λυγγερίδη δεν είναι απλώς μια ποινική διαδικασία· είναι ένα κομβικό τεστ για το κατά πόσο το πολιτικό σύστημα μπορεί να προστατεύσει τους λειτουργούς του και να εγγυηθεί τη δημόσια ασφάλεια.
Πολιτική ανευθυνότητα
Oσο η αντιπολίτευση επιλέγει να παραμένει θεατής, επιδεικνύοντας επιλεκτικά αντανακλαστικά και συστηματική σιωπή, επιβεβαιώνει την αδυναμία της να εκφράσει έναν υπεύθυνο, εναλλακτικό κυβερνητικό λόγο που να αφορά το σύνολο της κοινωνίας και την εμπέδωση του κράτους δικαίου. Και πώς αποδεικνύεται αυτή η αντιπολιτευτική σιωπή;
Στη δίκη και τις έρευνες για την τραγωδία των Τεμπών, τα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, Πλεύση Ελευθερίας) εξέδιδαν καθημερινά δελτία Τύπου, ζητούσαν προανακριτικές επιτροπές και συμμετείχαν ενεργά στη δημόσια σφαίρα με οξείς χαρακτηρισμούς. Αντίθετα, στη δίκη της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για τη δολοφονία του Γ. Λυγγερίδη–όπου στο εδώλιο βρίσκονται δεκάδες κατηγορούμενοι για κακουργήματα– κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έχει ζητήσει κοινοβουλευτικό έλεγχο ή την οποιαδήποτε θεματική συζήτηση στη Βουλή για τα πλοκάμια της οπαδικής μαφίας.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, αποκαλύφθηκαν ακόμα και ακραία περιστατικά άσκησης πιέσεων και εκφοβισμού μαρτύρων (όπως καταθέσεις για χρηματισμό μάρτυρα-ντελιβερά με 2.000 ευρώ για να αλλάξει την κατάθεσή του ή η γενικευμένη «αμνησία» που κατήγγειλε η οικογένεια του ίδιου του θύματος αστυνομικού). Σε οποιαδήποτε άλλη ποινική δίκη με πολιτικές ή θεσμικές προεκτάσεις, οι καταγγελίες για εκφοβισμό μαρτύρων θα προκαλούσαν θύελλα ανακοινώσεων από την αντιπολίτευση περί «κατάρρευσης του κράτους δικαίου», «δικαστικής χούντας» και άλλα ευφάνταστα και λαϊκίστικα σχήματα λόγου. Στην περίπτωση Λυγγερίδη, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν εξέδωσαν ούτε μία σχετική ανακοίνωση.
Οταν το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης να παγώσει η εξέταση των τριών προστατευόμενων μαρτύρων μέχρι να προσκομιστούν οι εισαγγελικές διατάξεις, δημιουργήθηκε σοβαρό δικονομικό ζήτημα για την προστασία των ουσιωδών μαρτύρων απέναντι σε πιθανές απειλές από ακραίες ομάδες που αποδεδειγμένα είχαν επαφές ή ήταν ενσωματωμένες σε άλλες ομάδες με δραστηριότητες στο οργανωμένο έγκλημα. Η αξιωματική και η ελάσσων αντιπολίτευση, που σε άλλες περιπτώσεις επικαλούνται την ανάγκη προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, δεν πήραν θέση. Ακόμα και όταν στο δικαστήριο ακούστηκε η βαριά καταγγελία για έναν υψηλά ιστάμενο αξιωματικό της Αστυνομίας, ο οποίος εφέρετο να φυγάδευσε οργανωμένους οπαδούς που συμμετείχαν στα επεισόδια, η αφωνία της αντιπολίτευσης συνεχίστηκε σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς από κόμματα που παραδοσιακά, δικαίως ή αδίκως, έχουν «αντι-αστυνομικές» θέσεις.
Το ψηφοθηρικό… τσιμπολόγημα των κομμάτων της αντιπολίτευσης στις δεξαμενές των λεγόμενων «μικροποσοστών» φαίνεται πως είναι ένας από τους ισχυρούς λόγους γι’ αυτή τη σιωπή. Και ομάδες των οπαδών των μεγάλων ποδοσφαιρικών εταιρειών είναι εκλογικά υπολογίσιμες δυνάμεις.
Παράλληλα, όπως τονίζεται και από πολιτικούς αναλυτές, η αντιπολίτευση έχει εγκλωβιστεί στη νωθρότητα μιας καταγγελτικής τακτικής μόνο όσων θεμάτων προσφέρονται για εύκολη αντικυβερνητική κριτική. Επειδή στην υπόθεση Λυγγερίδη η κυβέρνηση και η Ελληνική Αστυνομία προχώρησαν σε εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης και παραπομπή δεκάδων ατόμων στη Δικαιοσύνη, η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να βρει «αφήγημα κυβερνητικής αποτυχίας». Συνεπώς, προτιμά να μην αναδεικνύει το θέμα καθόλου, ώστε να μην αποδώσει ταυτόχρονα τα εύσημα στις διωκτικές αρχές.
Δείξε μου τον φίλο σου…
Επίσης, κόμματα που διαφημίζουν τη δυνητική τους κυβερνησιμότητα, όσο άτοπη και αν είναι η προσπάθειά τους, γνωρίζουν ότι αν θέλουν να στηρίξουν τις προσπάθειες κατά της τυφλής οπαδικής βίας, θα πρέπει να αναφερθούν σε πρόσωπα ιδιαίτερης κοινωνικής και οικονομικής ισχύος. Και αυτό, προφανώς, είναι ένα ισχυρό ανάχωμα, ιδίως στην περίοδο που διανύουμε. Περίοδος που χαρακτηρίζεται από τον οργανωμένο συνασπισμό ισχυρών παραγόντων κατά της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη, με στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση της Νέας Δημοκρατίας από την αυτοδυναμία στις επερχόμενες εκλογές.