Η Ευρώπη ενισχύει στρατιωτικά και διπλωματικά τη θέση της, μειώνει την εξάρτηση από τις ΗΠΑ και χτίζει νέες διεθνείς συμμαχίες.
Στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια 2026, η Ευρώπη στέλνει σαφές μήνυμα: μειώνει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ, ενισχύει τη στρατιωτική και διπλωματική αυτοδυναμία της και χτίζει νέες διεθνείς συμμαχίες με χώρες όπως η Ινδία, ο Καναδάς και η Τουρκία. Οι ομιλίες του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν υπογραμμίζουν την αποφασιστικότητα της Ευρώπης να αναλάβει πρωτοβουλίες και να καθορίσει η ίδια τη στρατηγική της στον κόσμο.
Πέρυσι, ο «οδοστρωτήρας» Τζέι Ντι Βανς είχε σοκάρει την Ευρώπη με την ομιλία που έδειχνε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν να χαράξουν ένα διαφορετικό δρόμο. Φέτος, στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια, από την πρώτη στιγμή τον τόνο έδωσε η λογική της αναζήτησης συμμαχιών και του αναπροσανατολισμού, καθώς η Ευρώπη καταλαβαίνει ότι, σταδιακά, ο «απογαλακτισμός» από τις ΗΠΑ θα πρέπει να μην μείνει μόνο στη θεωρία, αλλά να γίνει και πράξη.
Αιχμές για ΗΠΑ
Προς επίρρωση, μάλιστα, του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ «ωθούν» εκ των πραγμάτων την Ευρώπη σε αναζήτηση νέων συμμαχιών, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο (σ.σ. αναμένεται να μιλήσει αύριο στη Διάσκεψη) φρόντισε να δείξει τις προθέσεις του, ακυρώνοντας, την τελευταία στιγμή, τη συνάντησή του με Ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους, με θέμα τις ειρηνευτικές προσπάθειες για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η κίνηση ερμηνεύεται από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ως ένδειξη του φθίνοντος ενδιαφέροντος της Ουάσινγκτον να τους συμπεριλάβει στον αμερικανικό σχεδιασμό για επίλυση της σύγκρουσης. Ο Ρούμπιο επρόκειτο συγκεκριμένα να παραστεί στη συνάντηση με τους ηγέτες Γερμανίας, Πολωνίας, Φινλανδίας, αλλά και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο Μόναχο, το απόγευμα της Παρασκευής. Ακύρωσε, ωστόσο, την ύστατη ώρα, την τελευταία στιγμή, λόγω «δυσκολιών» στο πρόγραμμα.
«Ο υπουργός δεν θα παραστεί στη συνάντηση του Βερολίνου για την Ουκρανία, δεδομένου του μεγάλου αριθμού συναντήσεων που έχει την ίδια ώρα» δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος, διαβεβαιώνοντας πάντως ότι ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας «ασχολείται με το ρωσο-ουκρανικό σε πολλές από τις συναντήσεις του εδώ στο Μόναχο». Ευρωπαίος αξιωματούχος, μιλώντας υπό το καθεστώς της ανωνυμίας, χαρακτήρισε την ακύρωση «εξωφρενική».
Η εξέλιξη αυτή έρχεται, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τους Ευρωπαίους συμμάχους της και επιδιώκει να πιέσει την Ουκρανία προς μια διευθέτηση με τη Ρωσία, σχολίασαν οι Financial Times, που μετέδωσαν πρώτοι την είδηση της ακύρωσης του ραντεβού. «Η συνάντηση δεν είχε πλέον νόημα χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ» δήλωσε δεύτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος στη βρετανική εφημερίδα.
Το... μήνυμα φαίνεται πως το έλαβε ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, που άνοιξε τις εργασίες της Συνόδου, την οποία έχει αποκαλέσει «σεισμογράφο για τις παγκόσμιες εξελίξεις». Αυτό προέκυψε και από άλλες παρεμβάσεις της πρώτης ημέρας. Η ομιλία του Γερμανού καγκελάριου παραδοσιακά γινόταν τη δεύτερη ημέρα της Συνόδου, αλλά ο Μερτς την μετακίνησε στην έναρξη, για να δώσει τον τόνο από την πρώτη στιγμή.
Μερτς: Αφήνουμε πίσω την εξάρτηση με τις ΗΠΑ
Διάγουμε περίοδο μεγάλων αλλαγών, επισήμανε στην παρέμβασή του ο Γερμανός καγκελάριος που αναφέρθηκε στα αναθεωρητικά σχέδια της Μόσχας, αλλά και στον αυξανόμενο στρατιωτικό ρόλο της Κίνας.
«Η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων είναι σκληρή και απρόβλεπτη» είπε και όρισε ως πρώτο καθήκον των Ευρωπαίων «να αναγνωρίσουμε αυτά τα δεδομένα, χωρίς μοιρολατρία. Πρέπει να πιστέψουμε στις δυνάμεις και να απαντήσουμε σε αυτές τις προκλήσεις καθορίζοντας τους στόχους μας και τις δυνατότητές μας. Υπεράνω όλων η ελευθερία που την εγγυάται η ασφάλεια».
Ωστόσο, συνέχισε, «πρέπει να γυρίσουμε τον διακόπτη μέσα στο μυαλό μας». Η υπερβολική ισχύς απειλεί την ελευθερία, αλλά το ίδιο, με άλλον τρόπο κάνει και η μειωμένη ισχύς. Δεν αρκεί απλώς να αντιδρούμε στους ελιγμούς και τις διαθέσεις των μεγάλων. Πρέπει να καθορίσουμε την δική μας ατζέντα. Ηγεσία μαζί με τους εταίρους και όχι φαντασιώσεις ηγεμονίας η προσέγγιση της Γερμανίας».
Όσο για τους άξονες της νέας προσέγγισης, ο Μερτς όρισε τη στρατιωτική ενίσχυση της Γερμανίας με στόχο μείωση της εξάρτησης, την ενίσχυση της ιδέας της Ευρώπης, που πρέπει να επικεντρωθεί στα βασικά, να αντιμετωπίσει τη γραφειοκρατία και την υπερβολική ρύθμιση, αλλά και μια νέα διατλαντική σχέση που θα επουλώσει το ρήγμα στη σχέση με τις ΗΠΑ.
«Οι Δημοκρατίες χρειάζονται εταίρους και συμμάχους. Κανείς δεν μας επέβαλε την εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Ήταν μια δική μας απόφαση που την αφήνουμε πλέον πίσω μας» τόνισε και επισήμανε ότι «θέλουμε ένα νέο δίκτυο εταίρων, που μπορεί να μην μας συνδέουν μαζί τους τα πάντα, αλλά μας συνδέουν πολλά». Ο Καναδάς, η Ινδία, η Τουρκία, η Νότια Αφρική, η Βραζιλία ήταν οι χώρες που ανέφερε ονομαστικά.
Πριν από την ομιλία του Γερμανού καγκελάριου, η Deutsche Welle σημείωνε ότι, μετά την υπόθεση της Γροιλανδίας (άλλο ένα σοκ για την ΕΕ), «η Ευρώπη είναι εντελώς ξύπνια και δείχνει ξεκάθαρα ότι τώρα κοιτάζει προς όλες τις κατευθύνσεις, όχι μόνο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες».
«Οι εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με την ομάδα Mercosur και με την Ινδία αποτελούν ζωντανή απόδειξη της νεοαποκτηθείσας αυτοπεποίθησης της Ευρώπης» προσθέτει το γερμανικό δίκτυο.
Το Βερολίνο, σχολίαζε ειδικότερα το ελληνικό τμήμα, «δηλώνει πλέον ανοικτά ότι αναζητά νέες σταθερές και μακροχρόνιες συμμαχίες, επειδή ακριβώς οι παλιές κλονίζονται». Ένα θέμα είναι, βέβαια, πότε θα στρίψει το βαρύ καράβι της ΕΕ…
Τα γερμανικά ΜΜΕ σχολίασαν ότι ο Μερτς απαντούσε με τον τρόπο του στην περσινή ομιλία του Βανς, αλλά προκαταλάμβανε την αυριανή ομιλία του Ρούμπιο. Το ερώτημα, όπως επισημαίνουν ορισμένοι Γερμανοί αρθρογράφοι, δεν είναι μόνο αν τον άκουσαν οι Αμερικανοί, αλλά αν «θα τον ακούσουν και οι Ευρωπαίοι».
Μακρόν: Να απαλλαγούμε από εξαρτήσεις
Μετά τις 20:00 (ώρα Ελλάδας) άρχισε η ομιλία του Εμανουέλ Μακρόν, που επίσης αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον.
Έστειλε, κατ' αρχάς, «μήνυμα ελπίδας και αποφασιστικότητας. Η Ευρώπη μπορεί να γίνει ισχυρότερη. Χρειαζόμαστε μια θετική προσέγγιση». Πρέπει να είμαστε υπερήφανοι ως Ευρωπαίοι και να προβάλλουμε τα επιτεύγματά μας, συνέχισε και, αφού έκανε αναφορά στο Ουκρανικό, τόνισε ότι «δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη χωρίς τους Ευρωπαίους».
Επισήμανε ότι «όλα όσα αφορούν τους Ευρωπαίους πρέπει να αποφασιστούν και από τους Ευρωπαίους. Θα συνεχίσουμε να ζούμε δίπλα στη Ρωσία και αυτή τη γειτονία θα πρέπει να την προσδιορίσουμε εμείς».
«Σε αυτό το νέο πλαίσιο πρέπει να γίνουμε πιο ισχυροί, πιο ανεξάρτητοι. Δεν εννοώ τη Γαλλία. Δεν εννοώ τη Γερμανία. Εννοώ την Ευρώπη συνολικά. Να δούμε την ισχύ συνολικά ως Ευρωπαίοι. Να απαλλαγούμε από εξαρτήσεις σε μια σειρά τομείς. Να θέσουμε ξεκάθαρους στόχους» συνέχισε.
Φωνές υπέρ της απεξάρτησης
Η Ύπατη Εκπρόσωπος για την Εξωτερική Πολιτική της ΕΕ Κάγια Κάλας έδωσε το στίγμα της πολιτικής της Ένωσης σε ένα πάνελ το οποίο εξελίχθηκε σε ένα άτυπο ευρω-αμερικανικό ντιμπέιτ, όπως σχολιάζει η Deutsche Welle.
«Ποια είναι η διαφορά όταν η Ρωσία κάνει πόλεμο; Τον κάνει μόνη της, γιατί δεν έχει συμμάχους, ενώ όταν οι ΗΠΑ κάνουν πόλεμο, πηγαίνουμε μαζί σας και χάνουμε δικούς μας ανθρώπους σε αυτόν τον πόλεμο. Η διαφορά ανάμεσα σε εσάς και σε άλλες δυνάμεις είναι ότι εσείς έχετε συμμάχους» επισήμανε.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παρότρυνση της Κάλας προς την ΕΕ να προχωρήσει σε κοινή ανάληψη χρέους για τις αμυντικές δαπάνες, όπως είχε γίνει με αφορμή την πανδημία.
Υπενθύμισε μάλιστα ότι σε εποχές πανδημίας οι Ευρωπαίοι είχαν προχωρήσει για πρώτη φορά σε μία κοινή ανάληψη χρέους, καθώς έπρεπε «να αντιμετωπιστεί μία απειλή που ήταν κοινή για όλη την Ευρώπη». Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, γι' αυτό και η ίδια θεωρεί ότι ο κοινός δανεισμός «έχει νόημα», παρότι σέβεται τις «ευαισθησίες» που επικρατούν στη γερμανική κοινή γνώμη.
Το ίδιο επισήμανε σε άλλη παρέμβαση ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ που επισήμανε ότι οι Ευρωπαίοι μπορούν να διασφαλίσουν και μόνοι τους την άμυνά τους, για να προσθέσει ότι «μπορούμε και να βοηθήσουμε τους Αμερικανούς, αν μας χρειαστούν».
Το μήνυμα έρχεται ακόμη και από τους Γερμανούς βιομήχανους: «Η άμυνα της Ευρώπης πρέπει να σχεδιαστεί και να προετοιμαστεί, εάν χρειαστεί, εναντίον της Ουάσιγκτον».


