Οι μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 επανέρχονται στο προσκήνιο μέσα από ρεπορτάζ της Daily Mail, φωτίζοντας με συγκλονιστικές λεπτομέρειες τις εμπειρίες όσων βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αιχμαλωσία και την ακραία βία.

Η 7η Οκτωβρίου αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες στη σύγχρονη ιστορία του Ισραήλ. Η επίθεση της Χαμάς στο νότιο τμήμα της χώρας στοίχισε τη ζωή σε περίπου 1.200 ανθρώπους, ενώ εκατοντάδες ακόμη απήχθησαν και μεταφέρθηκαν στη Γάζα ως όμηροι. Μέσα σε λίγες ώρες, ένα μουσικό φεστιβάλ και δεκάδες κοινότητες μετατράπηκαν σε σκηνές χάους και φρίκης.

Για όσους επέζησαν, η επιστροφή δεν σήμανε και το τέλος του εφιάλτη. Οι μαρτυρίες τους αποκαλύπτουν τις συνθήκες αιχμαλωσίας, τον συνεχή φόβο, τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση, αλλά και τον δύσκολο αγώνα που ακολούθησε μετά την απελευθέρωσή τους.

Η Μία Σεμ, η Χαντάρ Σαρβίτ και ο Όμερ Βένκερτ αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες, περιγράφοντας όσα έζησαν από την ημέρα της επίθεσης μέχρι την επιστροφή τους, αλλά και το τραύμα που εξακολουθεί να τους συνοδεύει.

Μία Σεμ: «Με κρατούσαν σαν ζώο σε κλουβί»

Η Μία Σεμ βρισκόταν στο μουσικό φεστιβάλ Nova όταν ξέσπασε η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο χώρος της γιορτής μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Στην προσπάθειά της να διαφύγει τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι και στη συνέχεια απήχθη από ενόπλους της Χαμάς, οι οποίοι τη μετέφεραν στη Γάζα.

Η ίδια περιγράφει ότι κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της ζούσε σε καθεστώς απόλυτου ελέγχου, χωρίς ελευθερία κινήσεων, με ελάχιστη ιατρική φροντίδα και υπό συνεχή ψυχολογική πίεση. Όπως ανέφερε στη Daily Mail, οι απαγωγείς της τής έλεγαν πως δεν θα επέστρεφε ποτέ στο Ισραήλ και ότι θα την ανάγκαζαν να παντρευτεί έναν Παλαιστίνιο.

«Ένας από τους τρομοκράτες ήρθε και μου είπε: "Δεν θα γυρίσεις ποτέ σπίτι. Θα μείνεις εδώ. Θα παντρευτείς εδώ"», θυμάται.

Η Σεμ υποστηρίζει ακόμη ότι υπέστη κακομεταχείριση και από τη σύζυγο ενός από τους φρουρούς της, η οποία, όπως περιγράφει, της στερούσε ακόμη και το νερό για ημέρες. Αναγκάστηκε επίσης να εμφανιστεί σε προπαγανδιστικό βίντεο, προσπαθώντας, όπως έχει εξηγήσει, να μεταφέρει στη μητέρα της μέσα από το βλέμμα της ότι βρισκόταν υπό εξαναγκασμό.

Η πληγή στο χέρι της επιδεινώθηκε εξαιτίας της έλλειψης ιατρικής περίθαλψης και των άθλιων συνθηκών υγιεινής, ενώ η ίδια έχει δηλώσει ότι προσπαθούσε να αντέξει ψυχολογικά κρατώντας ζωντανή την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα επέστρεφε στην οικογένειά της.

Παρότι τελικά απελευθερώθηκε, έχει αναφέρει ότι συνεχίζει να ζει με τις συνέπειες του μετατραυματικού στρες, τις αϋπνίες και τις επώδυνες αναδρομές στις ημέρες της αιχμαλωσίας, θεωρώντας ότι η δημόσια αφήγηση της ιστορίας της αποτελεί μέρος της προσωπικής της αποκατάστασης.

 Χαντάρ Σαρβίτ: «Άκουγα κραυγές και πίστευα ότι θα πεθάνω»

Η Χαντάρ Σαρβίτ βρισκόταν επίσης στο φεστιβάλ Nova όταν ξεκίνησε η επίθεση. Αρχικά, πολλοί πίστεψαν ότι η διακοπή της μουσικής οφειλόταν σε τεχνικό πρόβλημα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, όμως, ο ουρανός γέμισε ρουκέτες και οι πυροβολισμοί προκάλεσαν πανικό.

Η ίδια και ο σύντροφός της προσπάθησαν να διαφύγουν με αυτοκίνητο, όμως η κυκλοφοριακή συμφόρηση τους ανάγκασε να συνεχίσουν πεζοί. Έτρεξαν μέσα από δασική περιοχή μέχρι που αναγκάστηκαν να κρυφτούν κάτω από θάμνους, ενώ οι ένοπλοι βρίσκονταν σε απόσταση λίγων μέτρων.

«Ήμουν ξαπλωμένη με το πρόσωπο στο χώμα. Οι τρομοκράτες βρίσκονταν μόλις δέκα μέτρα μακριά και πυροβολούσαν», περιγράφει.

Καθ' όλη τη διάρκεια της διαφυγής της επικοινωνούσε με τον πατέρα της μέσω μηνυμάτων, στέλνοντάς του την τοποθεσία της. Όπως έχει αφηγηθεί, πίστευε ότι δεν θα επιζούσε και του ζήτησε συγγνώμη, λέγοντάς του ότι τον αγαπά.

Η Σαρβίτ υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια της επίθεσης άκουσε κραυγές γυναικών που κακοποιούνταν σεξουαλικά και ότι η μυρωδιά από τα καμένα πτώματα είναι μια εικόνα που δεν έχει μπορέσει να διαγράψει από τη μνήμη της.

Παρότι κατάφερε να επιστρέψει στην οικογένειά της, η επόμενη περίοδος αποδείχθηκε εξίσου δύσκολη. Έχει μιλήσει ανοιχτά για τις κρίσεις άγχους, τις διαταραχές ύπνου και τη συνεχή προσπάθεια να ξαναβρεί μια αίσθηση ασφάλειας, χαρακτηρίζοντας την περίοδο μετά τη διάσωσή της ως «μια δεύτερη μάχη».

Όμερ Βένκερτ: 505 ημέρες στα τούνελ της Γάζας

Από τις πιο μακροχρόνιες περιπτώσεις αιχμαλωσίας ήταν εκείνη του Όμερ Βένκερτ, ο οποίος απήχθη επίσης από το φεστιβάλ Nova και παρέμεινε όμηρος για 505 ημέρες.

Σύμφωνα με τις περιγραφές του, κρατήθηκε σε υπόγεια τούνελ της Γάζας, ζώντας επί μήνες με ελάχιστη τροφή και νερό, χωρίς φυσικό φως και σε συνθήκες σχεδόν απόλυτης απομόνωσης. Όπως έχει καταθέσει, υπέστη ξυλοδαρμούς, εξευτελισμούς και σωματική κακοποίηση, ενώ σε μία περίπτωση δέχθηκε χτυπήματα με μεταλλική ράβδο και ψεκασμό με φυτοφάρμακα.

Η πολύμηνη αιχμαλωσία είχε δραματικές συνέπειες στην υγεία του, καθώς έχασε περίπου το 40% του σωματικού του βάρους και βρέθηκε στα όρια της σωματικής και ψυχικής εξάντλησης.

Σε κάποια φάση, όπως έχει περιγράψει, πίστεψε ότι δεν θα έβγαινε ποτέ ζωντανός και αποχαιρέτησε νοερά την οικογένειά του. Η επαφή με άλλους ομήρους αργότερα λειτούργησε ως η μοναδική πηγή δύναμης για να συνεχίσει να ελπίζει.

Μετά την απελευθέρωσή του και την παράδοσή του στον Ερυθρό Σταυρό, μεταφέρθηκε σε ισραηλινό νοσοκομείο, όπου συνάντησε ξανά τους γονείς του.

«Συνάντησα τη μητέρα και τον πατέρα μου για πρώτη φορά. Είναι μια στιγμή που δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια», είπε, περιγράφοντας την πρώτη τους αγκαλιά μετά από 505 ημέρες αιχμαλωσίας.