Οι πέντε παρεμβάσεις που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στο 7ο Forum του Οικονομικού Ταχυδρόμου επαναφέρουν στο επίκεντρο μια παλιά αλλά κρίσιμη συζήτηση για την ελληνική οικονομία: τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική εξαγγελία και στη δημοσιονομική δυνατότητα υλοποίησής της.
Σε μια χώρα που μόλις τα τελευταία χρόνια κατάφερε να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, να μειώσει το κόστος δανεισμού και να επιστρέψει σε πρωτογενή πλεονάσματα, κάθε νέα δέσμη παροχών δεν κρίνεται μόνο από την κοινωνική της στόχευση αλλά και από τη δυνατότητα χρηματοδότησής της χωρίς να διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία. Το βασικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν τα μέτρα είναι δημοφιλή, αλλά αν είναι βιώσιμα.
1. Δωρεάν μετακινήσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη
Η πρόταση προβλέπει δωρεάν χρήση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς για τους μόνιμους κατοίκους των δύο μεγαλύτερων αστικών κέντρων της χώρας. Ο Αλέξης Τσίπρας εκτίμησε το κόστος στα 200-250 εκατ. ευρώ ετησίως.
Ωστόσο, η κατάργηση των εισιτηρίων συνεπάγεται μόνιμη απώλεια εσόδων για τους συγκοινωνιακούς φορείς, την οποία θα κληθεί να καλύψει ο κρατικός προϋπολογισμός. Επιπλέον, η αναμενόμενη αύξηση της επιβατικής κίνησης θα δημιουργήσει ανάγκες για περισσότερα δρομολόγια, νέο τροχαίο υλικό και επιπλέον προσωπικό, αυξάνοντας περαιτέρω το λειτουργικό κόστος.
2. Αυξήσεις σε γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς
Πρόκειται για τη δημοσιονομικά πιο απαιτητική εξαγγελία. Οι αυξήσεις στους υγειονομικούς και η ένταξη των εκπαιδευτικών σε ειδικό μισθολογικό καθεστώς δημιουργούν μόνιμες δαπάνες που σύμφωνα με εκτιμήσεις, μπορεί να προσεγγίσουν τα 1,5-2 δισ. ευρώ ετησίως. Εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος. Οι μόνιμες δαπάνες πρέπει να καλύπτονται από μόνιμα έσοδα. Η επίκληση έκτακτων φόρων ή φορολόγησης υπερκερδών δύσκολα μπορεί να χρηματοδοτήσει διαχρονικά μια τέτοια υποχρέωση.
Σύμφωνα με τους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι κυβερνήσεις οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι μισθολογικές δαπάνες παραμένουν συμβατές με τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα.
3. Μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30%
Η πρόταση για εγγυημένη ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος σε χαμηλή και σταθερή τιμή στοχεύει στην ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Ωστόσο, το βασικό οικονομικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιος θα καλύπτει τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης;
Αν οι διεθνείς τιμές ενέργειας κινηθούν ανοδικά, το κράτος θα κληθεί να επιδοτεί συνεχώς τη διαφορά. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το κόστος μπορεί εύκολα να υπερβεί το 1 δισ. ευρώ ετησίως
4. Δημόσιος φορέας διαχείρισης στεγαστικών δανείων
Η δημιουργία δημόσιου φορέα για την προστασία της πρώτης κατοικίας δεν συνεπάγεται άμεση δημοσιονομική δαπάνη, απαιτεί όμως σημαντικά κεφάλαια και κρατικές εγγυήσεις. Στην πράξη απαιτεί σημαντικά κεφάλαια για την αγορά ή διαχείριση δανειακών χαρτοφυλακίων, καθώς και κρατικές εγγυήσεις που μεταφέρουν τον κίνδυνο στον φορολογούμενο.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου είδους μηχανισμοί μπορούν να λειτουργήσουν μόνο όταν διαθέτουν ισχυρή κεφαλαιακή βάση και αυστηρό πλαίσιο διαχείρισης κινδύνου. Διαφορετικά, ο κίνδυνος μεταφοράς ιδιωτικών ζημιών στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα υψηλός.
5. Κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων
Αν και πρόκειται κυρίως για θεσμική παρέμβαση, η εφαρμογή της θα δημιουργούσε πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης για τα πανεπιστήμια. Περισσότεροι φοιτητές σημαίνουν περισσότερους καθηγητές, νέες υποδομές, φοιτητικές εστίες και αυξημένες λειτουργικές δαπάνες. Το κόστος δεν είναι άμεσο, αλλά θα εμφανιστεί σταδιακά σε βάθος χρόνου.
Το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα
Ακόμη και με συντηρητικές παραδοχές, το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα των εξαγγελιών φαίνεται να υπερβαίνει τα 3 δισ. ευρώ ετησίως και τα 12 δις. ευρώ σε βάθος 4ετίας. Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσοστό των ετήσιων πρωτογενών πλεονασμάτων της χώρας και θα απαιτούσε, είτε νέες μόνιμες πηγές εσόδων, είτε ανακατανομή δαπανών μεγάλης κλίμακας.
Από οικονομικής πλευράς, το βασικό κενό των εξαγγελιών Τσίπρα εντοπίζεται στο σκέλος της χρηματοδότησης. Η αναφορά σε φορολόγηση υπερκερδών και κατάργηση ορισμένων επιδοματικών παρεμβάσεων δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει την κάλυψη μόνιμων δαπανών δισεκατομμυρίων ευρώ. Χωρίς αναλυτική κοστολόγηση και συγκεκριμένες προβλέψεις εσόδων, η βιωσιμότητα του πακέτου παραμένει ζητούμενο
Η ελληνική οικονομία έχει πληρώσει ακριβά, στο παρελθόν, την απόσταση μεταξύ πολιτικών υποσχέσεων και δημοσιονομικών δυνατοτήτων. Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση κάθε νέας πρότασης δεν μπορεί να γίνεται με όρους πολιτικής απήχησης αλλά με όρους βιωσιμότητας, παραγωγικότητας και πραγματικής επίδρασης στα δημόσια οικονομικά.
Ο Χρήστος Κουπελίδης είναι Οικονομολόγος & Σύμβουλος Στρατηγικής Ανάπτυξης