Η χθεσινή εξαγγελία του νέου κόμματος «ΕΛΑΣ-Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» από τον Αλέξη Τσίπρα έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη φορτισμένο πολιτικό σκηνικό, επιχειρώντας να σηματοδοτήσει μια νέα σελίδα στον προοδευτικό χώρο.
Ωστόσο, η εντύπωση που δημιουργήθηκε σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης είναι ότι πίσω από τις εντυπωσιακές διατυπώσεις και τη ρητορική περί ανανέωσης, επανέρχεται ένα γνώριμο πολιτικό αφήγημα, χωρίς σαφείς αποδείξεις ουσιαστικής αλλαγής ή αυτοκριτικής για το παρελθόν.
Η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού κινήθηκε σε γνώριμα μονοπάτια: καταγγελία της κυβέρνησης, επίκληση της «κοινωνικής δικαιοσύνης», επίθεση στην οικονομική ελίτ, αναφορές στη δημοκρατία και στα δικαιώματα. Όμως, παρά τη μεγάλη διάρκεια και τη δραματική ρητορική, έλειψαν οι σαφείς απαντήσεις για το πώς θα εφαρμοστούν όλα όσα υποσχέθηκε. Οι επτά δεσμεύσεις που παρουσίασε περισσότερο θύμιζαν έναν κατάλογο ευχών παρά ένα κοστολογημένο και ρεαλιστικό κυβερνητικό πρόγραμμα.
Ο κ. Τσίπρας μίλησε για αξιοπρεπείς μισθούς, ισχυρό κοινωνικό κράτος, φθηνή στέγη, ενεργειακή δημοκρατία, παραγωγική ανασυγκρότηση και φορολογική δικαιοσύνη. Δεν εξήγησε όμως με ποιους πόρους θα χρηματοδοτηθούν όλα αυτά, ούτε πώς θα αποφευχθούν τα λάθη, που σημάδεψαν τη δική του διακυβέρνηση. Καμία δέσμευση για δημοσιονομική σταθερότητα, καμία λέξη για το πώς θα αποφευχθεί η επιστροφή στα ελλείμματα. Για ακόμη μία φορά, το πολιτικό αφήγημα βασίστηκε περισσότερο στο συναίσθημα και λιγότερο στην ουσία.
Πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για «πολύ θόρυβο για το τίποτα», για μια προσπάθεια πολιτικού rebranding του ίδιου προσώπου που κυβέρνησε τη χώρα σε μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Ο πρώην πρωθυπουργός της περιόδου 2015-2019, που κυβέρνησε τη χώρα στα χρόνια των capital controls, του δημοψηφίσματος και της σκληρής προσαρμογής, εμφανίστηκε αμετανόητος. Ούτε μία παραδοχή για τα λάθη που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία στη διάλυση και τον ίδιο στην παραίτηση από τη Βουλή.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν ο κ. Τσίπρας μιλά για «νέο πολιτικό φορέα», ενώ γύρω του βρίσκονται αρκετά από τα ίδια πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στη φθορά και τελικά στη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ανακύκλωση στελεχών και συνθημάτων δύσκολα πείθει ότι πρόκειται για κάτι πραγματικά καινούργιο. Περισσότερο μοιάζει με μια προσπάθεια αλλαγής συσκευασίας του ίδιου πολιτικού προϊόντος.
Επιπλέον, η συνεχής επίκληση της «τοξικότητας» των αντιπάλων έρχεται σε αντίθεση με τον έντονα διχαστικό τόνο που ο ίδιος υιοθέτησε στην ομιλία του. Οι αναφορές σε «ολιγαρχίες», «ληστεία» και «παλιά κόμματα» μπορεί να συσπειρώνουν ένα κομματικό ακροατήριο, αλλά δύσκολα απαντούν στις πραγματικές αγωνίες μιας κοινωνίας που σήμερα ζητά σταθερότητα, επενδύσεις, ανάπτυξη και προστασία της αγοραστικής δύναμης με ρεαλιστικά μέτρα. Αυτή είναι η κατεύθυνση που υπηρετεί η σημερινή κυβέρνηση, με μετρήσιμα αποτελέσματα και όχι με ρητορική σύγκρουσης.
Η ελληνική κοινωνία φαίνεται να επιθυμεί πολιτικές που θα πάνε τη χώρα πιο γρήγορα μπροστά, με σοβαρότητα και αξιοπιστία. Αντί γι’ αυτό, ο νέος πολιτικός φορέας του κ. Τσίπρα δείχνει να επιστρέφει σε συνταγές του παρελθόντος: γενικές υποσχέσεις, ιδεολογικές καταγγελίες και μια ρητορική σύγκρουσης που οι πολίτες έχουν ήδη δοκιμάσει.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να επιστρέψει δυναμικά στην πολιτική σκηνή, αλλά αν η κοινωνία είναι διατεθειμένη να ξανακούσει τα ίδια λόγια, από τους ίδιους ανθρώπους, με διαφορετικό λογότυπο.
* Ο Χρήστος Κουπελίδης είναι Οικονομολόγος & Σύμβουλος Στρατηγικής Ανάπτυξης