Σε παρατεταμένο αδιέξοδο φαίνεται να οδηγούνται οι πρωτοβουλίες του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Οι διπλωματικές επαφές παραμένουν στάσιμες και το μέτωπο δεν παρουσιάζει ουσιαστικές μεταβολές, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της σύγκρουσης.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, στενοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον αναφέρουν ότι η αμερικανική πλευρά επιδιώκει την επίτευξη μιας συμφωνίας πριν από τις 4 Ιουλίου, ημερομηνία κατά την οποία θα πραγματοποιηθούν οι εορτασμοί για τα 250 χρόνια από την ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών, με οικοδεσπότη τον ίδιο τον Τραμπ.

Ωστόσο, η προοπτική αυτή προσκρούει στη στάση της Μόσχας, καθώς υψηλόβαθμοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και στελέχη του ΝΑΤΟ εκτιμούν ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν προτίθεται να αποδεχθεί οποιαδήποτε συμφωνία δεν καλύπτει πλήρως τις στρατηγικές του επιδιώξεις.

Οι συνομιλίες έχουν ήδη υπερβεί επανειλημμένα τα προκαθορισμένα χρονοδιαγράμματα, ενώ ακόμη και κύκλοι της αμερικανικής κυβέρνησης αναγνωρίζουν σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις ότι η ρωσική πλευρά δεν δείχνει διατεθειμένη να εγκαταλείψει τις μαξιμαλιστικές της θέσεις.

Υπενθυμίζεται ότι η γενικευμένη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, που ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2022, συμπληρώνει πλέον τέσσερα χρόνια, χωρίς να διαφαίνεται προοπτική άμεσης επίλυσης.

Παρά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025, με βασική προεκλογική δέσμευση τον γρήγορο τερματισμό της σύγκρουσης, η αμερικανική διπλωματία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις ρωσικές αξιώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν εδαφικά οφέλη στην ανατολική Ουκρανία και έλεγχο του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια.

Χαρακτηριστικό της δυσκολίας είναι ότι οι τρεις γύροι τριμερών διαπραγματεύσεων που πραγματοποιήθηκαν φέτος σε Άμπου Ντάμπι και Γενεύη δεν οδήγησαν σε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές χώρες, παρά το γεγονός ότι χρηματοδοτούν σημαντικό μέρος της στρατιωτικής στήριξης προς το Κίεβο, έχουν βρεθεί σε μεγάλο βαθμό εκτός του κεντρικού πλαισίου των συνομιλιών, ιδιαίτερα μετά τη μείωση της αμερικανικής βοήθειας.

Σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, Μόσχα και Ουάσιγκτον φαίνεται να ακολουθούν μια στρατηγική αναμονής, επιχειρώντας να διαπιστώσουν ποια πλευρά θα υποχωρήσει πρώτη. Από τη μία, η Ρωσία επιμένει σε κρίσιμα ζητήματα, όπως ο πλήρης έλεγχος του Ντονμπάς, ενώ από την άλλη, οι ΗΠΑ αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού της υποστήριξης προς την Ουκρανία.

Ο ίδιος ο Τραμπ έχει εκφράσει επανειλημμένα τη δυσαρέσκειά του για τη βραδύτητα των διαπραγματεύσεων, ασκώντας παράλληλα πιέσεις και προς το Κίεβο για πιθανές υποχωρήσεις.

Παρά τις σημαντικές απώλειες και την οικονομική επιβάρυνση, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν εμφανίζεται διατεθειμένος να μεταβάλει τη στάση του, ενώ η ουκρανική πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά την εγκατάλειψη των οχυρωμένων θέσεων της στο Ντονέτσκ, προτείνοντας ως εναλλακτική μια κατάπαυση πυρός στις υφιστάμενες γραμμές αντιπαράθεσης.

Την ίδια ώρα, διπλωματικοί κύκλοι εκφράζουν έντονη ανησυχία ότι μια πιθανή εκεχειρία θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να συνεχίσει υβριδικές ενέργειες αποσταθεροποίησης, διατηρώντας την πίεση στην Ουκρανία.

Παράλληλα, σημειώνεται ότι τα εδαφικά κέρδη της Μόσχας παραμένουν περιορισμένα, καθώς τα τελευταία τρία χρόνια αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 1% της ουκρανικής επικράτειας, γεγονός που αποτυπώνει τη στρατιωτική στασιμότητα της σύγκρουσης.