Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν απλώς μια δύσκολη περίοδο για το ΠΑΣΟΚ.

Καταγράφουν μια πολιτική πραγματικότητα που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες έμοιαζε αδιανόητη. Η αξιωματική αντιπολίτευση εμφανίζεται πλέον στην τέταρτη θέση, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία, το υπό ίδρυση κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και το νέο πολιτικό εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού.

Τα ευρήματα τόσο της Real Polls όσο και της Opinion Poll δείχνουν ότι δεν πρόκειται για μια τυχαία μέτρηση ή για ένα μεμονωμένο στατιστικό στιγμιότυπο. Αντίθετα, καταγράφουν μια τάση η οποία φαίνεται να παγιώνεται και να αποκτά πολιτικά χαρακτηριστικά.

Για όσους παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, η εικόνα αυτή δεν αποτελεί έκπληξη.

Ήδη από τις 18 Μαΐου, στο άρθρο εδώ, είχαμε επισημάνει ότι η ταυτόχρονη εμφάνιση των νέων κομμάτων του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού θα προκαλούσε βαθιά αναδιάταξη στον χώρο της αντιπολίτευσης. Τότε η εκτίμηση ότι το ΠΑΣΟΚ κινδύνευε να βρεθεί ακόμη και στην τέταρτη θέση θεωρήθηκε από αρκετούς υπερβολική. Λίγες εβδομάδες αργότερα επιβεβαιώνεται με εντυπωσιακή ακρίβεια.

Παράλληλα επιβεβαιώνεται και η πρόβλεψη για τη σημαντική υποχώρηση του Κυριάκου Βελόπουλου. Ένα μεγάλο μέρος του αντισυστημικού ακροατηρίου που για χρόνια στήριζε την Ελληνική Λύση φαίνεται να αναζητά πλέον νέα πολιτική έκφραση στο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού. Οι μετακινήσεις αυτές αλλάζουν δραματικά τον πολιτικό χάρτη.

Το πραγματικά εντυπωσιακό στοιχείο όμως είναι άλλο. Στη μεταπολιτευτική ιστορία, η αξιωματική αντιπολίτευση συνήθως ενισχύεται όσο αυξάνεται η διάρκεια παραμονής μιας κυβέρνησης στην εξουσία. Έπειτα από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, θα περίμενε κανείς το κόμμα που κατέχει τον θεσμικό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης να διεκδικεί με αξιώσεις την πρώτη θέση ή τουλάχιστον να εμφανίζει ισχυρή ανοδική δυναμική.

Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αντί να προσελκύει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους, χάνει δυνάμεις προς δύο νεοεμφανιζόμενα κόμματα που πριν από λίγους μήνες δεν υπήρχαν καν στο πολιτικό σκηνικό. Πρόκειται για μια εξέλιξη πρωτοφανή, η οποία συνιστά σοβαρή πολιτική ήττα για τη στρατηγική που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια. Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε να ασκήσει αντιπολίτευση με υψηλούς τόνους, τοξικότητα και ακραίους χαρακτηρισμούς, επενδύοντας σε μια γραμμή που τελικά δεν φαίνεται να έπεισε τους πολίτες. Αντί να ενισχύσει το ΠΑΣΟΚ ως αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, η επιλογή αυτή φαίνεται να συνέβαλε στην περαιτέρω αποδυνάμωσή του.

Η αντίδραση της Χαριλάου Τρικούπη επιτείνει ακόμη περισσότερο την εικόνα αμηχανίας. Αντί να αναζητά τις αιτίες της δημοσκοπικής κατάρρευσης, επιλέγει να συγκρουστεί με τις εταιρείες που καταγράφουν τα ευρήματα. Η αποστολή εξωδίκου από τη Real Polls προς τον Παναγιώτη Δουδωνή αποτελεί ένα πρωτοφανές επεισόδιο που αποτυπώνει το κλίμα έντασης που επικρατεί.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν αρέσουν οι δημοσκοπήσεις στο ΠΑΣΟΚ. Το ερώτημα είναι γιατί διαφορετικές εταιρείες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Και όσο αυτό το ερώτημα παραμένει αναπάντητο, η τέταρτη θέση κινδυνεύει να πάψει να είναι μια δυσάρεστη παρένθεση και να μετατραπεί σε νέα πολιτική πραγματικότητα.

Το ακόμη πιο δύσκολο για τη Χαριλάου Τρικούπη είναι ότι ο Ιούνιος μόλις ξεκίνησε. Οι δημοσκοπήσεις που θα ακολουθήσουν είναι πολλές και θα δώσουν μια σαφέστερη εικόνα για το αν πρόκειται για πρόσκαιρο φαινόμενο ή για μια βαθιά και μόνιμη μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών. Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση συγκεκριμένων επιχειρηματικών κέντρων και μέσων ενημέρωσης που το προηγούμενο διάστημα διέδιδαν σενάρια περί «αλλαγής εν κινήσει του Μητσοτάκη» και επιχείρησαν να προωθήσουν τον Νίκο Ανδρουλάκη ως αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Με βάση τις σημερινές εξελίξεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι ίδιοι κύκλοι να αναζητούν ήδη νέο πολιτικό όχημα, καθώς όλα δείχνουν ότι το ενδιαφέρον τους στρέφεται πλέον προς τον Αλέξη Τσίπρα. Αν πάντως η τάση των τελευταίων εβδομάδων επιβεβαιωθεί, το ΠΑΣΟΚ δεν θα βρεθεί απλώς αντιμέτωπο με μια εκλογική υποχώρηση. Θα βρεθεί αντιμέτωπο με μια υπαρξιακή κρίση για τον ρόλο και τη θέση του στο πολιτικό σύστημα.