ΗΠΑ, Βρετανία και ΟΗΕ γνώριζαν ότι η τουρκική εισβολή ήταν επικείμενη, αλλά προτεραιότητά τους παρέμεινε η αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου.

Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, αποχαρακτηρισμένα έγγραφα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία και τον ΟΗΕ αποκαλύπτουν ότι οι μεγάλες δυνάμεις είχαν σαφή εικόνα για όσα επρόκειτο να συμβούν. Σύμφωνα με έρευνα του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων, η επικείμενη απόβαση δεν αποτέλεσε αιφνιδιασμό, καθώς είχε ήδη αναλυθεί σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ωστόσο, οι διεθνείς πρωτοβουλίες επικεντρώθηκαν κυρίως στην αποφυγή μιας σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, χωρίς να αποτραπεί τελικά η εισβολή.

ΟΗΕ και Μακάριος: Η διεθνής νομιμοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας

Το απόγευμα της 19ης Ιουλίου 1974, τέσσερις ημέρες μετά το πραξικόπημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η κρίση είχε πλέον αποκτήσει διεθνείς διαστάσεις. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ απέρριψε το αίτημα του καθεστώτος Νίκου Σαμψών να αντικατασταθεί ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιβεβαιώνοντας ότι δεν αναγνώριζε τη νέα εξουσία που είχε επιβληθεί με τη στήριξη της ελληνικής χούντας.

Στην ιστορική του ομιλία ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο Μακάριος κατήγγειλε ευθέως τη χούντα της Αθήνας ως οργανωτή του πραξικοπήματος και τους Έλληνες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς ως εκτελεστές του σχεδίου. Υπενθύμισε ότι είχε ζητήσει την αποχώρησή τους από το νησί και τόνισε πως θεωρούσε τον κίνδυνο από την Αθήνα μεγαλύτερο από εκείνον της Τουρκίας. Παράλληλα, χαρακτήρισε το πραξικόπημα μορφή εισβολής, υπογραμμίζοντας ότι οι συνέπειές του θα έπλητταν ολόκληρο τον κυπριακό λαό.

Την ίδια στιγμή, η ελληνική αντιπροσωπεία προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα ως εσωτερική υπόθεση της Κύπρου, αρνούμενη οποιαδήποτε εμπλοκή της Αθήνας. Η στάση αυτή, όμως, ερχόταν ήδη σε αντίθεση με τις πληροφορίες που συγκέντρωναν οι δυτικές κυβερνήσεις.

Η Άγκυρα είχε προειδοποιήσει, η Ουάσιγκτον παρακολουθούσε

Τα αμερικανικά τηλεγραφήματα δείχνουν ότι ήδη από τις 17 Ιουλίου ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Μπουλέντ Ετζεβίτ είχε ενημερώσει τον Αμερικανό πρέσβη πως, αν δεν αποκαθίστατο η προ του πραξικοπήματος κατάσταση, η Τουρκία θα προχωρούσε σε στρατιωτική επέμβαση μέσα σε λίγες ημέρες. Θεωρούσε το πραξικόπημα παραβίαση της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960 και υποστήριζε ότι η καθυστέρηση θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη αιματοχυσία.

Ο Ετζεβίτ επιδίωξε παράλληλα κοινή στρατιωτική δράση με τη Βρετανία, υπενθυμίζοντας ότι ως εγγυήτρια δύναμη διέθετε στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο. Η κυβέρνηση του Χάρολντ Ουίλσον αρνήθηκε να συμμετάσχει σε επιχείρηση, χωρίς όμως να θέσει ουσιαστικά εμπόδια στα τουρκικά σχέδια.

Την ίδια περίοδο, τα πρακτικά της Washington Special Actions Group και τα έγγραφα των FRUS καταγράφουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση θεωρούσε πλέον εξαιρετικά πιθανή την τουρκική επέμβαση. Παρά τις επίσημες δηλώσεις περί σεβασμού της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, βασική προτεραιότητα της Ουάσιγκτον ήταν να αποτραπεί ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος που θα απειλούσε τη συνοχή του ΝΑΤΟ και θα δημιουργούσε περιθώρια σοβιετικής παρέμβασης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το αμερικανικό επιτελείο γνώριζε - Οι αποφάσεις του Κίσινγκερ

Στις 19 Ιουλίου, η ομάδα διαχείρισης κρίσεων του Λευκού Οίκου συνεδρίασε με τη συμμετοχή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του Πενταγώνου, της CIA και του Γενικού Επιτελείου. Ο υφυπουργός Άμυνας Γουίλιαμ Κλέμεντς ενημέρωσε ότι αμερικανική αμφίβια δύναμη με πέντε πλοία, περίπου 1.800 πεζοναύτες και δεκατέσσερα ελικόπτερα είχε λάβει εντολή να προσεγγίσει την Κύπρο αποκλειστικά για ενδεχόμενη εκκένωση Αμερικανών πολιτών.

Την ίδια ώρα, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Τζόζεφ Σίσκο διαπίστωνε ότι η Άγκυρα θεωρούσε τη συγκεκριμένη συγκυρία ιδανική για να πετύχει έναν διαχρονικό στρατηγικό στόχο μέσω στρατιωτικής επέμβασης. Η διαπίστωση αυτή αποτυπώθηκε σε ενημέρωσή του προς τον Χένρι Κίσινγκερ, επιβεβαιώνοντας ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν πλήρη εικόνα των τουρκικών προθέσεων.

Στα ίδια πρακτικά καταγράφεται και η πληροφορία της CIA για σχέδιο δολοφονίας του Μακαρίου. Μετά τις σχετικές προειδοποιήσεις αποφασίστηκε τελικά να χρησιμοποιηθεί μικρό αμερικανικό στρατιωτικό αεροσκάφος χωρίς διακριτικά για τη μεταφορά του, ώστε να διασφαλιστεί η προστασία του χωρίς να δοθεί η εικόνα επίσημης πολιτικής στήριξης.

Λίγες ώρες αργότερα, οι εκτιμήσεις επιβεβαιώθηκαν. Η CIA ενημέρωνε ότι οι τουρκικές δυνάμεις ήταν έτοιμες να αποβιβαστούν στην Κερύνεια, με στόχο τη δημιουργία ζώνης που θα εξασφάλιζε ισχυρή διαπραγματευτική θέση. Σε τηλεφωνική συνομιλία με τον υπουργό Άμυνας Τζέιμς Σλέσινγκερ, ο Κίσινγκερ ανακοίνωσε λακωνικά πως οι τουρκικές δυνάμεις «αποβιβάζονται», ενώ στη συνέχεια οι δύο άνδρες συζήτησαν ακόμη και το ενδεχόμενο μιας λύσης που θα οδηγούσε σε de facto διχοτόμηση του νησιού.

Το Ψήφισμα 353 ήρθε όταν όλα είχαν κριθεί

Τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου 1974, η επιχείρηση «Αττίλας» ξεκίνησε με αποβάσεις στο Πέντε Μίλι, βομβαρδισμούς και ρίψεις αλεξιπτωτιστών βόρεια της Λευκωσίας. Ο Κίσινγκερ ενημέρωσε τον Ρίτσαρντ Νίξον ότι η Αθήνα είχε αποδεχθεί την αμερικανική πρόταση για κατάπαυση του πυρός, ενώ η Άγκυρα καθυστερούσε σκόπιμα ώστε να δημιουργήσει τετελεσμένα επί του εδάφους.

Παράλληλα εξεταζόταν η διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς Ελλάδα και Τουρκία. Ωστόσο, σύμφωνα με τα απόρρητα πρακτικά, ο Κίσινγκερ έδωσε οδηγία να μην ανακοινωθεί επισήμως εμπάργκο όπλων, αλλά οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις να παρουσιαστούν ως τεχνικά προβλήματα, ώστε να διατηρηθεί η πολιτική ευελιξία της Ουάσιγκτον.

Την ώρα που οι τουρκικές δυνάμεις είχαν ήδη αποβιβαστεί, το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθετούσε το Ψήφισμα 353, ζητώντας άμεση κατάπαυση του πυρός, τερματισμό κάθε ξένης στρατιωτικής επέμβασης, αποχώρηση του στρατιωτικού προσωπικού που δεν προβλεπόταν από τις διεθνείς συμφωνίες και έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου. Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ ενίσχυσε τις περιπολίες και επιχείρησε τοπικές εκεχειρίες, χωρίς όμως να μπορεί να ανατρέψει την εξέλιξη των γεγονότων.

Τα αποχαρακτηρισμένα ντοκουμέντα συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα. Η τουρκική εισβολή δεν αιφνιδίασε τις μεγάλες δυνάμεις. Είχε προβλεφθεί, αναλυθεί και συζητηθεί εκτενώς. Εκείνο που δεν υπήρξε ήταν η πολιτική βούληση για την αποτροπή της, καθώς η διαχείριση των γεωπολιτικών ισορροπιών υπερίσχυσε της προστασίας της Κύπρου.