Είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε την αλήθεια πίσω από την οθόνη μας ή θα επιτρέψουμε σε αόρατους δράστες να καθορίσουν το μέλλον μας και τις εκλογικές αναμετρήσεις μας;

Σε αυτό το ερώτημα και πλείστα άλλα που αφορούν τη νέα εποχή και το ψηφιακό μέλλον απαντά με το παρόν άρθρο του στο «Μανιφέστο» ο επιχειρησιακός συντονιστής στο Παρατηρητήριο Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, Αθανάσιος Θ. Κοσμόπουλος:

Η Ελλάδα, τοποθετημένη στο κρίσιμο γεωστρατηγικό σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Μαύρης Θάλασσας, αποτελεί διαχρονικά στόχο στρατηγικών επιδιώξεων. Σήμερα, όμως, η απειλή δεν περιορίζεται στα φυσικά σύνορα· έχει διεισδύσει στις οθόνες μας και στα κινητά μας. Η πληροφορία έχει μετατραπεί σε ένα νέο, αόρατο πεδίο υβριδικού πολέμου.

Δεν πρόκειται πλέον για μια απλή αντιπαράθεση ιδεών, αλλά για μια συντονισμένη επιχείρηση αποσταθεροποίησης και άσκησης επιρροής. Το κρίσιμο ερώτημα που καλείται να απαντήσει κάθε πολίτης και κάθε αναλυτής ασφαλείας είναι: «Αυτό που καταναλώνουμε ψηφιακά αποτελεί μέρος ενός οργανικού διαλόγου ή είναι το προϊόν μιας ‘‘χειρουργικής’’ επιχείρησης ξένης επιρροής εστιασμένης στο εσωτερικό μας πολιτικό γίγνεσθαι;

Γιατί το FIMI δεν είναι απλώς «fake news»

Στον δημόσιο λόγο, τείνουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «fake news» ως ομπρέλα για κάθε ανακρίβεια και διαταραχή πληροφόρησης. Ωστόσο, για έναν στρατηγικό αναλυτή, ο όρος Επιχειρήσεις Ξένης Πληροφοριακής Χειραγώγησης και Παρέμβασης (FIMI) περιγράφει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο. Η ειδοποιός διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο (αν μια είδηση είναι ψευδής), αλλά στη συμπεριφορά και τον συντονισμό.

Το FIMI αντιμετωπίζεται πλέον από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ ως απειλή για την εθνική ασφάλεια. Όπως ορίζεται χαρακτηριστικά: «συντονισμένη, χειραγωγική και συχνά συγκαλυμμένη συμπεριφορά από ξένα κράτη ή φορείς που συνδέονται με κράτος, που επιδιώκουν να στρεβλώσουν το περιβάλλον πληροφοριών, να αποδυναμώσουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, να πολώσουν την κοινωνία ή να επηρεάσουν τη λήψη αποφάσεων».

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η διαφωνία, αλλά η οργανωμένη προσπάθεια ξένων κρατικών δρώντων να δηλητηριάσουν τη δημόσια συζήτηση, να υπονομεύσουν τους θεσμούς και να χειραγωγήσουν τις εθνικές αποφάσεις και πρωτίστως να επηρεάσουν εκλογικές αναμετρήσεις.

Τα 7 «αποτυπώματα» μιας επιχείρησης χειραγώγησης

Για να αντιμετωπιστεί αυτή η απειλή, απαιτείται μια αυστηρή «Λογική Ανίχνευσης» (Detection Logic). Οι αναλυτές αναζητούμε συγκεκριμένα ψηφιακά αποτυπώματα που προδίδουν τον μη οργανικό χαρακτήρα μιας καμπάνιας:

Αφηγηματικοί δείκτες: Ξαφνική και μαζική σύγκλιση διαφορετικών πηγών γύρω από μηνύματα που στοχεύουν το ΝΑΤΟ, την ΕΕ ή την αξιοπιστία των ελληνικών θεσμών.

Συμπεριφορικοί δείκτες: Τεχνητή ενίσχυση μέσω δικτύων bot, ταυτόχρονες αναρτήσεις από διαφορετικές ζώνες ώρας και χρήση «ανακυκλωμένων» δικτύων λογαριασμών (recycled account networks).

Τεχνικοί δείκτες: Χρήση κοινών υποδομών φιλοξενίας (reused hosting infrastructure), ύποπτα μοτίβα κατοχύρωσης domains και συντονισμένη κοινή χρήση συνδέσμων (URL sharing).

Γλωσσικοί δείκτες: Ελληνικά που προδίδουν μηχανική μετάφραση, επαναλαμβανόμενα συνθήματα και πανομοιότυπη διατύπωση σε διαφορετικές πλατφόρμες.

Χρονικοί δείκτες: Απότομες κορυφώσεις (spikes) δραστηριότητας που συμπίπτουν ακριβώς με κρίσεις, εκλογές ή εθνικές καταστροφές.

Γεωπολιτικοί δείκτες: Απόλυτη ευθυγράμμιση των αφηγημάτων με τα εξωτερικά συμφέροντα και τις στρατηγικές επιδιώξεις συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων.

Διατομεακοί δείκτες: Η πληροφοριακή επίθεση συνοδεύεται από παράλληλα περιστατικά στον κυβερνοχώρο, διπλωματικές πιέσεις, οικονομικό καταναγκασμό (economic coercion) ή εντάσεις στα σύνορα.

Αυτά τα στοιχεία αποτελούν τις «κόκκινες σημαίες». Μια κακή μετάφραση ή ένας ύποπτος συγχρονισμός αναρτήσεων δεν είναι τυχαία σφάλματα, αλλά τεχνικά ίχνη μιας επιχείρησης υπό εξέλιξη.

Η τέχνη της απόδοσης ευθυνών: Δεν είναι ένα απλό «παιχνίδι κατηγοριών»

Η απόδοση ευθυνών (attribution) για μια καμπάνια FIMI είναι μια σύνθετη διαδικασία που υπερβαίνει τις εικασίες. Βασίζεται σε ένα μοντέλο τριών επιπέδων, το οποίο αναλύει τις Τεχνικές, Τακτικές και Διαδικασίες (TTPs) του αντιπάλου:

Επίπεδο Α: Αφηγηματική Απόδοση: Ποια είναι η κεντρική ιδέα και ποιου τα συμφέροντα εξυπηρετεί; (π.χ. προσπάθεια παρουσίασης της Ελλάδας ως «επιθετικής» ή «ανθρωπιστικά αναξιόπιστης»).

Επίπεδο Β: Συμπεριφορική και Δικτυακή Απόδοση: Πώς εξαπλώνεται η καμπάνια; Εδώ αναλύονται τα συμπλέγματα λογαριασμών, οι υποδομές FIMI και οι τακτικές ενίσχυσης του μηνύματος.

Επίπεδο Γ: Στρατηγική και Πληροφοριακή Απόδοση: Το επίπεδο αυτό συνθέτει διαβαθμισμένες (classified) και μη πληροφορίες, το διπλωματικό πλαίσιο και το ιστορικό του δράστη για να επιβεβαιώσει τη στρατηγική πρόθεση.

Το αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης δεν είναι μια αυθαίρετη κατηγορία, αλλά μια αξιολόγηση με συγκεκριμένα επίπεδα εμπιστοσύνης (από χαμηλό έως εξαιρετικά υψηλό). Αυτή η μεθοδολογία επιτρέπει τη σύνταξη Προειδοποιητικών Σημειωμάτων (Early Warning Notes) και Εγγράφων Επιλογών Απόκρισης (Response Options Papers), παρέχοντας στους λήπτες αποφάσεων τα απαραίτητα εργαλεία για μια αναλογική και τεκμηριωμένη αντίδραση.

Τα «θερμά» σενάρια: Πού είναι ευάλωτη η Ελλάδα;

Η ανάλυσή μας εντοπίζει πέντε κρίσιμα πεδία όπου η Ελλάδα είναι εκτεθειμένη σε οργανωμένες καμπάνιες χειραγώγησης:

1) Κρίσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

2) Μεταναστευτικό ζήτημα (εργαλειοποίηση και παραπληροφόρηση).

3) Εκλογικές διαδικασίες και εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς.

4) Φυσικές καταστροφές, δυστυχήματα και κρίσεις δημόσιας υγείας.

5) Περιστατικά σε κρίσιμες υποδομές (Ενέργεια, Τράπεζες, Μεταφορές).

Σε ένα σενάριο έντασης στο Αιγαίο, για παράδειγμα, μια καμπάνια FIMI δεν στοχεύει απλώς στην εσωτερική σύγχυση. Επιδιώκει να προκαλέσει διεθνές κόστος φήμης για τη χώρα, να επηρεάσει την αντίληψη των συμμάχων σε ΕΕ και ΝΑΤΟ και να παρουσιάσει την Ελλάδα ως τον υπαίτιο της αποσταθεροποίησης, χρησιμοποιώντας παραποιημένους χάρτες και κατασκευασμένες δηλώσεις «ειδικών» σε πραγματικό χρόνο.

Η λεπτή γραμμή: Προστασία της Δημοκρατίας χωρίς λογοκρισία

Η θωράκιση απέναντι στο FIMI απαιτεί χειρουργική ακρίβεια για να μην διολισθήσει η πολιτεία σε πρακτικές λογοκρισίας. Η αποδεκτή προσέγγιση ενσωματώνει αυστηρές εγγυήσεις (safeguards), με κεντρικό πυλώνα την ανθρώπινη παρέμβαση και αναθεώρηση (human-in-the-loop). Η επεξεργασία διαχωρίζεται αυστηρά από τις πολιτικές αποφάσεις, διασφαλίζοντας ότι η ελευθερία του λόγου και η δημοσιογραφική ανεξαρτησία παραμένουν ανέπαφες.

Η θεμελιώδης αρχή είναι σαφής: «εντοπισμός συμπεριφοράς, αξιολόγηση του συντονισμού και προστασία των δημοκρατικών συζητήσεων και όχι αστυνόμευση της κοινής γνώμης».

Στόχος δεν είναι η αστυνόμευση της άποψης των πολιτών, αλλά η αποκάλυψη της χειραγωγούμενης συμπεριφοράς ξένων κέντρων που επιχειρούν να νοθεύσουν τον δημοκρατικό μας διάλογο.

Το μέλλον της εθνικής ανθεκτικότητας

Η ανάπτυξη μιας εθνικής ικανότητας ανίχνευσης και ανάλυσης FIMI αποτελεί πλέον αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα για την εθνική ασφάλεια. Η ικανότητα να διακρίνουμε έγκαιρα τον «ψηφιακό θόρυβο» από μια συντονισμένη υβριδική επίθεση είναι το κλειδί για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της εθνικής μας κυριαρχίας.

Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία χρησιμοποιείται ως όπλο, η ετοιμότητά μας κρίνεται καθημερινά. Το ερώτημα παραμένει: Είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε την αλήθεια πίσω από την οθόνη μας, ή θα επιτρέψουμε σε αόρατους δράστες να καθορίσουν το μέλλον μας και τις εκλογικές αναμετρήσεις μας;