Το πρόσφατο σόου του υποψήφιου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο μπρίφινγκ του κυβερνητικού εκπροσώπου ξύπνησε μνήμες από τις όχι τόσο μακρινές απειλές των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ.
Όποτε θέλετε να τσεκάρετε τι λένε οι φοβερές και τρομερές «μυστικές δημοσκοπήσεις» των κομμάτων, δεν έχετε παρά να παρατηρήστε τους πρωταγωνιστές της πολιτικής επικαιρότητας. Αυτός που φωνάζει υπερβολικά και χωρίς λόγο είναι συνήθως αυτός που έχει πάρει την κάτω βόλτα.
Και κάπως έτσι, κάθε φορά που η συζήτηση πάει στο κράτος δικαίου, στην ελευθεροτυπία και στους δημοσιογράφους, ο ΣΥΡΙΖΑ (και η Αριστερά γενικότερα) νιώθει μια ακατανίκητη ανάγκη να μιλήσει. Να καταγγείλει. Να θυμηθεί επιλεκτικά. Και φυσικά, να ξεχάσει επιδεικτικά.
Αφορμή αυτήν τη φορά ένα μπρίφινγκ του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, όπου ο υποψήφιος βουλευτής με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και δημοσιογράφος Χρήστος Αβραμίδης αποφάσισε να δώσει μια ακόμη παράσταση για ένα κοινό που δεν βρισκόταν στην αίθουσα αλλά στα social media. Όπως πάντα. Καταγγελίες για φίμωση, αυταρχισμό, fake news, δημοκρατία σε κίνδυνο. Σκηνικό γνώριμο, σχεδόν vintage.
Μιλάνε, αλλά ξεχνάνε
Ο ΣΥΡΙΖΑ εννοείται πως εξέδωσε ανακοίνωση στήριξης του Αβραμίδη κάνοντας λόγο για σοβαρότατο ατόπημα του κυβερνητικού εκπροσώπου – επειδή ο κ. Μαρινάκης τον έβαλε στη θέση του, λέγοντας πως βρίσκεται σε εντεταλμένη υπηρεσία, πως είναι δειλός και τον ενημέρωσε (σ.σ. προσοχή: δεν απείλησε. Ενημέρωσε) για το ποινικό σκέλος των όσων έκανε στην ενημέρωση των συντακτών.
Αλλά το πρόβλημα δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει. Το πρόβλημα είναι ότι μιλάει σαν να μην έχει παρελθόν. Σαν να μην κυβέρνησε ποτέ. Σαν να μην άφησε πίσω του μια βαριά κληρονομιά σχέσεων με τα ΜΜΕ που θύμιζαν περισσότερο καθεστώτα άλλων δεκαετιών παρά ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Διότι, ας μην κοροϊδευόμαστε. Το κόμμα που σήμερα κόπτεται για την ελευθερία του Τύπου είναι το ίδιο που επί των ημερών του είδαμε διώξεις και συλλήψεις δημοσιογράφων, μηνύσεις και αγωγές με πολιτική μυρωδιά, εμπάργκο σε μέσα ενημέρωσης επειδή τόλμησαν να ασκήσουν κριτική. Είναι το ίδιο κόμμα που είχε μετατρέψει την ΕΡΤ σε κομματικό μεγάφωνο, με στελέχη να πηγαινοέρχονται χωρίς καν να αλλάζουν γραφείο.
Και βέβαια, υπάρχει πάντα ο Παύλος Πολάκης. Ο άνθρωπος που κατάφερε να συμπυκνώσει σε μία φράση όλη τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τη δημοσιογραφία. «Να τους θάψουμε τρία μέτρα κάτω από τη γη». Όχι σε κάποιο σκοτεινό καφενείο, αλλά δημοσίως. Με περηφάνια. Με χειροκρότημα από το κομματικό ακροατήριο.
Λίστες δημοσιογράφων, στοχοποιήσεις, χαρακτηρισμοί, απειλές, ένα διαρκές κλίμα «ή μαζί μας ή εχθροί μας». Αυτή δεν ήταν παρέκκλιση. Ήταν γραμμή. Μια γραμμή που ξεκινούσε από την κορυφή και κατέληγε στα τρολ των social media. Και κάθε φορά που υπήρχε αντίδραση, χρησιμοποιούσαν τα γνωστά μισόλογα: «λάθος διατύπωση», «παρερμηνεύτηκε», «δεν εννοούσε αυτό».
Και αν κάποιος έχει αμφιβολίες για το πώς αντιλαμβάνεται ο ΣΥΡΙΖΑ την ελευθεροτυπία, αρκεί να θυμηθεί το σχέδιο για το περιβόητο Syriza TV. Ενα κανάλι που θα έλυνε το επικοινωνιακό πρόβλημα του κόμματος με δημόσιο χρήμα, εικονικά τιμολόγια και δάνεια με εξασφάλιση… βοσκοτόπια του Καλογρίτσα. Ένα σχέδιο που κατέρρευσε με θεσμικό και πολιτικό πάταγο, αφήνοντας πίσω του περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις.
Σαν να μην έγινε τίποτα
Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει, συχνά, και για κομματικοποίηση της ΕΡΤ. Μιλάει για πιέσεις σε δημοσιογράφους. Μιλάει για κράτος δικαίου. Και το κάνει με ύφος αυστηρού επιτηρητή, λες και δεν υπήρξε ποτέ ο ίδιος υπόλογος για ακριβώς τα ίδια. Ξεχάσατε τη ΣΥΡΙΖΕΡΤ του Καψώχα και της Ακριβοπούλου; Αυτοί, ναι. Οι πολίτες όμως έχουν μνήμη. Και οι δημοσιογράφοι, επίσης.
Γι’ αυτό, κάθε φορά που ακούμε μεγάλες κουβέντες για δημοκρατία από εκείνους που δεν δίστασαν να τη χρησιμοποιήσουν ως ρόπαλο, καλό είναι να θυμόμαστε. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάνε όλοι. Το πρόβλημα είναι ότι μιλάει κι ο ΣΥΡΙΖΑ σαν να μην έγινε τίποτα. Και αυτό, όσο κι αν φωνάζει, δεν το πιστεύει πια σχεδόν κανείς.


