Βαριά ήττα υπέστησαν οι «υπερασπιστές» του κράτους δικαίου, ήτοι Νίκος Ανδρουλάκης,  μέσα ενημέρωσης του εκδότη Βαγγέλη Μαρινάκη  και άλλα «εξέχοντα» και «ευαίσθητα» μέλη της τοξικής αντιπολίτευσης.

Η απόφαση-καταπέλτης του Αρείου Πάγου να παραμείνει στο αρχείο η δικογραφία σχετικά με τις παρακολουθήσεις δεν αφήνει κανένα περιθώριο για παρερμηνείες και όσες προσπάθειες κι αν κάνουν οι «ιεροκήρυκες» της διαφάνειας (είναι βέβαιο πως θα κάνουν) για να την «αμφισβητήσουν» δεν θα το καταφέρουν. Και τούτο γιατί το «κατασκοπευτικό» αφήγημα που είχαν στήσει μπαίνει, με τη βούλα του Αρείου Πάγου, οριστικά και αμετάκλητα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Απόφαση-καταπέλτης

Σύμφωνα με απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας (και ουχί κάποιου μονομελούς δικαστηρίου) δεν ανασύρεται από το αρχείο η δικογραφία των παρακολουθήσεων γιατί δεν υπάρχουν νέα στοιχεία που να δικαιολογούν κάτι τέτοιο.

Συγκεκριμένα, στο αρχείο παραμένει η δικογραφία των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, η οποία με διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα δεν ανασύρεται.

(Επί της ουσίας, είναι η τρίτη φορά που στο ανώτατο επίπεδο της ποινικής δικαιοσύνης αποφασίζεται ότι δεν πρέπει να διενεργηθεί έρευνα προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις για την υπόθεση των παρακολουθήσεων).

Ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός  μελέτησε τα αιτήματα που είχαν υποβληθεί από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, τον πρώην υπουργό Χρήστο Σπίρτζη και τον δικηγόρο Ζαχαρία Κεσσέ που εκπροσωπεί "θύματα" των παρακολουθήσεων και αποφάσισε για νομικούς λόγους να μην διατάξει εκ νέου έρευνα!

Με λίγα λόγια (και επί το λαϊκότερον), πήγαν στον «κουβά» αφενός όσοι επιχείρησαν να κάνουν πολιτική καριέρα με την άγρια εργαλειοποίηση των παρακολουθήσεων (αγκαζέ με τις περιβόητες predator-λίστες) και αφετέρου όσοι μεγαλόσχημοι της εκδοτικής και επιχειρηματικής «ελίτ» νόμιζαν πως με την επικοινωνιακή δύναμη που διαθέτουν και τις παραδημοσιογραφικές παραφυάδες που έχουν στη δούλεψή τους θα μπορέσουν να δηλητηριάσουν την κοινή γνώμη με «κατασκοπευτικά» σενάρια συνομωσίας, να «στείλουν» στη φυλακή όσους μισούν και στο τέλος να «ρίξουν» (όπως νόμιζαν) και την εκλεγμένη κυβέρνηση του τόπου. 

Συμπερασματικά: η αναμφισβήτητη πολιτική και εκδοτική ήττα Ανδρουλάκη, Β. Μαρινάκη (σ.σ.: των μέσων που κατέχει και ελέγχει) και λοιπών πολιτικών… μουστερήδων αμφιβάλουμε ότι μπορεί να τους κάνει πιο σεμνούς και σοφότερους. Επίσης, αμφιβάλουμε πως θα παραδεχτούν ποτέ το σχέδιο εργαλειοποίησης που πιστά εκτελούν.

Το θέμα από δω και πέρα είναι πως θα αντιδράσουν, μετά την κατάρρευση του «κατασκοπευτικού αφηγήματος», ο πολιτικός και δημοσιογραφικός κόσμος;

Θα βάλουν φραγμό στην πρωτοφανή εργαλειοποίηση που «παίζεται» επί μήνες;

Θα βοηθήσουν να μπει ένα τέλος στην χυδαία εργαλειοποίηση ενός μη θέματος; (σ.σ.: η περίφημη θεωρία περί σύνδεσης ΕΥΠ και Predator έχει προ πολλού τελευτήσει τον βίο της, με βάση τα πορίσματα του Αρείου Πάγου) που μέσω αυτού «δολοφονήθηκαν» χαρακτήρες και σπιλώθηκαν πρόσωπα;

Κυριακή, κοντή γιορτή.

 Στο αρχείο

Άλλο ένα ηχηρό «όχι» της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στην ανάσυρση της  υπόθεσης των παρακολουθήσεων από το αρχείο. Με σημερινή του διάταξη ο Άρειος Πάγος «κλείνει οριστικά και αμετάκλητα» την πόρτα στην προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ και μέσων ενημέρωσης (κυρίως του Βαγγέλη Μαρινάκη) να αναμοχλεύουν κάθε τρείς και λίγο την υπόθεση των παρακολουθήσεων, με αστήριχτες και αβάσιμες κατηγορίες σε μια απέλπιδα προσπάθεια να «ενοχοποιήσουν» την κυβέρνηση. Δεν ανασύρεται λοιπόν η δικογραφία για τις παρακολουθήσεις, μετά την υποβολή τεσσάρων αιτημάτων για εκ νέου έρευνα.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Μπακέλας μελέτησε τα αιτήματα που είχαν υποβληθεί από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, τον πρώην υπουργό Χρήστο Σπίρτζη και τον δικηγόρο Ζαχαρία Κεσσέ που εκπροσωπεί "θύματα" των παρακολουθήσεων και αποφάσισε, για νομικούς λόγους, να μην διατάξει εκ νέου έρευνα.

Σημειωτέον ότι οι πράξεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Μπακέλα ουσιαστικά θέτουν στο αρχείο τη δικογραφία των παρακολουθήσεων για τρίτη φορά.

Σημαντικό είναι ότι ο Εισαγγελέας του ανωτάτου δικαστηρίου με χωριστές πράξεις αποφάνθηκε για καθένα από τα τέσσερα αιτήματα, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες το καθένα κρίθηκε με ειδική αιτιολογία.

Σε ό,τι αφορά το αίτημα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά με το οποίο ζητούσε «την πλήρη διαλεύκανση της παγίδευσης του», ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε, ότι δεν προσφέρθηκαν νέα στοιχεία από εκείνα που είχαν ερευνηθεί, τόσο από τον επίτιμο, πλέον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχ. Ζήση, όσο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κων. Τζαβέλα ο οποίος αφυπηρέτησε πριν από ενάμισυ περίπου μήνα.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην αιτιολογία απόρριψης της αίτησης του Χρήστου Σπίρτζη, μεταξύ των άλλων αναφέρει:

Η από 7-5-2026 αίτηση του Χρήστου Σπίρτζη, με την οποία ζητούσε την κατ’ άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ, ανάσυρση από το αρχείο της δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκαν τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση απορρίφθηκε, καθόσον κρίθηκε ότι δεν ανεφάνησαν νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία, ούτε έγινε επίκληση τέτοιων, ώστε να να δικαιολογείται η επανεξέταση της υπόθεσης.

Ειδικότερα κρίθηκε ότι, από την εκτίμηση και μόνο του περιεχομένου της αίτησης, προκύπτει με σαφήνεια ότι με αυτή δεν γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών ή στοιχείων, ούτε προσκομίζονται ή αναφαίνονται τέτοια, τα οποία να δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης, αλλά αντίθετα, με την κρινόμενη αίτηση, προσκομίζονται ως νέα στοιχεία τρία μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με τον ισχυρισμό ότι αυτά υπήρχαν «κατά το χρόνο επίθεσης αλλά ακόμη και σήμερα» στη συσκευή του κινητού τηλεφώνου του αιτούντα, τα οποία όμως μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που αφορούν: α) τις διαπραγματεύσεις, για την μεταβολή του νομικού καθεστώτος, σε σχέση με την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), β) την αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος στήριξης της Ελλάδας, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), και γ) τηλεγράφημα της Ελληνικής Πρεσβείας στο Άμπου Ντάμπι, αναφορικά με την εγκαθίδρυση νέας γραμμής αεροπορικής σύνδεσης Ντουμπάι – Νέα Υόρκη μέσω Αθήνας , αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο έρευνας και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 27-4-2026 Πράξη του, αφού εξέτασε αυτά και όλα γενικά τα στοιχεία της δικογραφίας , έκρινε ότι « εν προκειμένω, δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης, από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης της δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης, επί της οποίας εκδόθηκαν τα, από 25-07-2024 και 07-01-2025, πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα ΖΗΣΗ, διότι τα στοιχεία, που εν προκειμένω εισφέρονται και των οποίων γίνεται επίκληση, δεν συνιστούν νέα στοιχεία, κατ’ άρθρο 43 § 6 ΚΠΔ, ικανά, κατά την κρίση μας, να δικαιολογήσουν την επανεξέταση της υπόθεσης, ενόψει του ότι η σχετική υπόθεση διερευνήθηκε πλήρως, όπως προκύπτει από το σύνολο των εξετασθέντων αποδεικτικών μέσων».

Με την απορριφθείσα αίτηση ζητούνταν επί της ουσίας επανεξέταση της υπόθεσης, νέα δηλαδή ουσιαστική και ποινική αξιολόγηση όσων ήδη διερευνήθηκαν, αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν με τα από 25-07-2024 και 07-01-2025, πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα ΖΗΣΗ και την από 27-4-2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς να προσκομίζονται νέα στοιχεία, τα οποία δεν αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν ήδη, ούτε έγινε επίκληση τέτοιων, αλλά ζητούνταν να γίνει διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση του ήδη γνωστού και αξιολογηθέντος αποδεικτικού υλικού, αίτημα το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθόσον το οιονεί δεδικασμένο, που δεσμευτικά προκύπτει από τις παραπάνω πράξεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν επιτρέπει την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο, διότι δεν διαπιστώνονται νέα πραγματικά περιστατικά, ούτε αναδεικνύονται νέα μη αξιολογηθέντα ήδη στοιχεία, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιων, ώστε να δικαιολογείται η επανεξέταση της υπόθεσης.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην αιτιολογία απόρριψης της αίτησης του δημοσιογράφου Αθανάσιου Κουκάκη, με δικηγόρο τον Ζαχαρία Κεσσέ, μεταξύ των άλλων, αναφέρει:

Οι από 4-6-2026 και 14-7-2026 αιτήσεις του Αθανασίου ΚΟΥΚΑΚΗ με τις οποίες ζητούσε:

i. την, κατ’ άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ, ανάσυρση της δικογραφίας, κατά το μέρος που αυτή τέθηκε στο αρχείο κατ’ άρθρο 43 παρ. 4 ΚΠΔ , με τα από 25-7-2024 και 7-1-2025 πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση και

ii.τη διενέργεια περαιτέρω προκαταρκτικής εξέτασης, με τη λήψη μαρτυρικών καταθέσεων των αναφερόμενων στις κρινόμενες αιτήσεις προσώπων και τη διενέργεια και άλλων ανακριτικών πράξεων, απορρίφθηκαν, καθόσον κρίθηκε ότι δεν ανεφάνησαν νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία, που να δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης και ότι τα επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα στοιχεία, ουδόλως συνιστούν τέτοια ,κατά την έννοια του νόμου, αλλά επανάληψη ισχυρισμών που ήδη έχουν εξεταστεί, αξιολογηθεί και κριθεί και επομένως το οιονεί δεδικασμένο, που δεσμευτικά προκύπτει από τις παραπάνω πράξεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , δεν επιτρέπει την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο. Περαιτέρω κρίθηκε ότι, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί, ότι τελέστηκε κατασκοπεία, γεγονός που κρίθηκε ότι δεν συμβαίνει εν προκειμένω, οι προτεινόμενοι να εξεταστούν ως μάρτυρες είναι, κατά τον ίδιο τον αιτούντα, οι δράστες αυτής (κατασκοπείας) και η οποιαδήποτε σχετική μαρτυρική τους κατάθεση, που θα λαμβανόταν στο στάδιο αυτό, θα ετίθετο στη συνέχεια εκτός δικογραφίας και δεν θα λαμβανόταν υπόψη σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο δικονομικό στάδιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 244 παρ.3 ΚΠΔ και ότι η αναφερόμενη στην πρώτη αίτηση δημοσιευθείσα δήλωση του κηρυχθέντος ως ενόχου με την παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Tal Dilian ότι: « πωλούμε σε κρατικές υπηρεσίες σύμφωνα με όλους τους απαιτούμενους κανονισμούς , αλλά ποτέ δεν λειτουργούμε τα συστήματα για λογαριασμό τους. Δεν λειτουργήσαμε ποτέ κανένα σύστημα στην Ελλάδα», όπως και τα αναφερόμενα στην αγωγή , που ο ίδιος (Tal Dilian) κατέθεσε, ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών αρχών του Ισραήλ, σε βάρος του αιτούντα , ασφαλώς και δεν συνιστούν νέο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό ή στοιχείο, κατά την έννοια του νόμου, που να δικαιολογεί την επανεξέταση της υπόθεσης, αφού δεν αναφέρεται στην εν λόγω δήλωση ή στην αγωγή ότι το εν λόγω λογισμικό πωλήθηκε από τον ίδιο (Tal Dilian) ή εταιρεία συμφερόντων του σε οποιαδήποτε ελληνική κρατική υπηρεσία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτών, αλλά ότι τέτοια πώληση, που ο αιτών ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα, θα ήταν νόμιμη. Άλλωστε, εκτός των άλλων, ο ίδιος (Tal Dilian) , ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι «ποτέ δεν έχει έρθει αυτό το λογισμικό στη χώρα. Και δεν έχει έρθει γιατί ποτέ δεν πουλήθηκε από την Ιντελέξα sa ή από εταιρείες οι οποίες ο Ντίλιαν ελέγχει».

Τέλος, και οι τέσσερις πράξεις του κ. Μπακέλα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει νέα έρευνα για τους νομικούς λόγους που αναπτύσσονται.