Ο «τοπάρχης» Ανδρουλάκης σφυρίζει αδιάφορα για τις χαμηλές επιδόσεις του κόμματος στη μεγαλύτερη περιφέρεια της χώρας και στήνει φιέστες στο χωριό του.
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που δεν χρειάζονται δημοσκοπήσεις, διαγράμματα και περίπλοκες αναλύσεις για να καταλάβεις τι συμβαίνει. Αρκεί να κοιτάξεις την εικόνα.
Και η εικόνα του ΠΑΣΟΚ στην Αττική, εδώ και καιρό, μοιάζει με ρεζερβουάρ που άναψε λαμπάκι: τα καύσιμα τελειώνουν, η μηχανή ζορίζεται και κάποιος στο τιμόνι επιμένει να πατάει γκάζι σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Κι ενώ το κόμμα υποτίθεται ότι θέλει να επιστρέψει σε πρωταγωνιστικό ρόλο, η πραγματικότητα σε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές περιφέρειες της χώρας είναι πολύ λιγότερο κολακευτική.
Η Αττική δεν είναι μια λεπτομέρεια στον εκλογικό χάρτη. Είναι η μεγάλη δεξαμενή πολιτικών συσχετισμών, η περιοχή όπου κρίνονται εκλογικές μάχες, όπου συγκεντρώνεται τεράστιο μέρος του εκλογικού σώματος και όπου ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει οφείλει να έχει παρουσία, στελέχη, κοινωνικές αναφορές και πολιτικό σχέδιο.
Για μια φωτογραφία
Αντί γι’ αυτά, βλέπουμε ένα ΠΑΣΟΚ που πολλές φορές μοιάζει να αναζητεί ακόμη τον βηματισμό του. Και μέσα σε αυτήν την κατάσταση, ο πρόεδρος Νίκος Ανδρουλάκης δείχνει να έχει επιλέξει την πιο ασφαλή λύση: να κοιτάζει αλλού.
Οταν η Αττική «φωνάζει», εκείνος ακούει… Κρήτη. Οταν χρειάζεται πολιτική δουλειά, εκείνος μοιάζει να προτιμά την επικοινωνιακή άνεση των εκδηλώσεων. Και όταν μεγαλώνουν τα ερωτήματα για το πού πηγαίνει το ΠΑΣΟΚ, η απάντηση συχνά μοιάζει να είναι μια ακόμη φιέστα, μια ακόμη φωτογραφία, μια ακόμη περιοδεία, μια ακόμη κομματική εκδήλωση που παρουσιάζεται ως πολιτικό γεγονός.
Ο Ανδρουλάκης έχει κάθε δικαίωμα να επισκέπτεται την Κρήτη, να συναντά στελέχη και φίλους του κόμματος και να έχει ισχυρούς πολιτικούς δεσμούς με τον τόπο καταγωγής του. Αυτό που δεν μπορεί, όμως, να κάνει είναι να συμπεριφέρεται σαν να αρκεί η πολιτική γεωγραφία της προσωπικής του εκλογικής ασφάλειας για να χτιστεί η επόμενη μέρα του ΠΑΣΟΚ.
Γιατί η Αθήνα και η Αττική δεν κερδίζονται με κομματικές φιέστες. Κερδίζονται στον δρόμο, στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στα μικρά και μεγάλα προβλήματα των πολιτών, στην καθημερινότητα.
Το μεγάλο πρόβλημα
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Είναι η αίσθηση ότι το κόμμα δεν έχει ακόμη πείσει πως ξέρει τι θέλει να γίνει. Θέλει να είναι η εναλλακτική απέναντι στη Νέα Δημοκρατία; Τότε χρειάζεται καθαρό πολιτικό σχέδιο.
Θέλει να ξαναγίνει μεγάλη δημοκρατική παράταξη; Τότε χρειάζεται κοινωνική διείσδυση. Θέλει να κυβερνήσει; Τότε πρέπει να πείσει ότι διαθέτει ανθρώπους, δομές, πρόγραμμα και πολιτικό βάθος.
Και κυρίως πρέπει να σταματήσει να συμπεριφέρεται σαν κόμμα που περιμένει απλώς να φθαρεί ο αντίπαλος για να αυξήσει τα ποσοστά του. Η φθορά του άλλου δεν αποτελεί πολιτικό σχέδιο.
Χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο: πολιτική πρόταση, πρόσωπα που να μπορούν να μιλήσουν στην κοινωνία χωρίς να διαβάζουν κομματικά σημειώματα, στελέχη που να μπορούν να σηκώσουν το βάρος μιας μεγάλης παράταξης, οργανωτική ανασύνταξη.
Ηγεσία και ευθύνη
Και χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, η ηγεσία να αντιληφθεί ότι η εποχή των εύκολων συμβολισμών τελείωσε. Ο «τοπάρχης» δεν μπορεί να διοικεί μια εθνική παράταξη κοιτώντας διαρκώς προς τον τόπο όπου αισθάνεται πολιτικά πιο άνετα.
Η Κρήτη μπορεί να είναι πολιτικό οχυρό. Η Αττική, όμως, είναι πολιτικό στοίχημα. Και αυτήν τη στιγμή το ερώτημα δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να οργανώσει άλλη μία εκδήλωση. Μπορεί. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να ξαναβρεί λόγο ύπαρξης που να ξεπερνά τα όρια του κομματικού ακροατηρίου.
Γιατί αν τα καύσιμα στην Αττική έχουν σωθεί, δεν αρκεί να ανάψει κάποιος τα φώτα μιας φιέστας στην Κρήτη για να δείξει ότι η μηχανή λειτουργεί. Κάποια στιγμή πρέπει να δει τι δεν δουλεύει, να αναλάβει ευθύνες. Και κυρίως να αποφασίσει πού θέλει να πάει.
Γιατί κόμμα που θέλει να γίνει ξανά κυβέρνηση δεν μπορεί να πορεύεται με το βλέμμα στον καθρέφτη και το τιμόνι κολλημένο σε έναν τόπο. Αν το ΠΑΣΟΚ συνεχίσει να ψάχνει τα χαμένα του καύσιμα στην Αττική ενώ ο αρχηγός του πανηγυρίζει αλλού, υπάρχει ένας πολύ πραγματικός κίνδυνος: όταν τελικά αποφασίσει να επιστρέψει στην Αθήνα, να μην υπάρχει πλέον ούτε όχημα ούτε δρόμος ούτε πολιτικό κοινό για να το περιμένει.