Το Κυπριακό ως καθρέφτης της γεωπολιτικής μετάλλαξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία στηρίζονταν σε μια στοιχειώδη λογική: όποιος επιθυμεί να προσεγγίσει την Ευρώπη οφείλει να σέβεται το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το κράτος δικαίου και τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών της. Η αρχή αυτή εξακολουθεί να αποτελεί την επίσημη θέση της Ενωσης.

Ωστόσο, οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι η εφαρμογή της γίνεται ολοένα πιο ελαστική, καθώς η γεωπολιτική πραγματικότητα αποκτά μεγαλύτερο βάρος από τις ίδιες τις αρχές που η Ευρώπη διακηρύσσει.

Η μεταβολή αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από την Αγκυρα. Αντί να αντιμετωπίζει το Κυπριακό ως μια εκκρεμότητα που πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των αποφάσεων του ΟΗΕ, επιχειρεί να το μετατρέψει σε διαπραγματευτικό όπλο για την αναβάθμιση της συνολικής θέσης της απέναντι στην ΕΕ. Δεν ζητά απλώς καλύτερες σχέσεις… Διεκδικεί στρατηγικά ανταλλάγματα, αξιοποιώντας τη συγκυρία που η ίδια θεωρεί ευνοϊκή!

Η συγκυρία πράγματι είναι διαφορετική. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι αυξανόμενες μεταναστευτικές πιέσεις, η ενεργειακή ασφάλεια και η ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας έχουν αναβαθμίσει τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας στα μάτια αρκετών ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Η Αγκυρα αντιλαμβάνεται ότι σήμερα αντιμετωπίζεται λιγότερο ως «προβληματικός γείτονας» και περισσότερο ως ένας εταίρος που, παρά τις σοβαρές διαφωνίες, θεωρείται χρήσιμος για τη διαχείριση πολλαπλών κρίσεων. Και ακριβώς αυτή τη μεταβολή επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει.

Στο επίκεντρο αυτής της νέας διαπραγμάτευσης βρίσκεται ο εκσυγχρονισμός της Τελωνειακής Ενωσης. Αν και συχνά παρουσιάζεται ως μια τεχνική ή εμπορική διαδικασία, στην πραγματικότητα αποτελεί ζήτημα με σημαντικές γεωοικονομικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις.

Η αναβάθμισή της θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά τη θέση της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αγορά και να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο την οικονομική αλληλεξάρτηση των δύο πλευρών. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι αν αυτή η εξέλιξη θα συνοδευθεί από ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό και στον σεβασμό των υποχρεώσεων της Αγκυρας απέναντι στην Ενωση ή αν κινδυνεύει να εκληφθεί ως μια γενναιόδωρη πολιτική παραχώρηση χωρίς αντίστοιχο αντάλλαγμα.

Η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με την αποκαλούμενη «θετική ατζέντα», που τα τελευταία χρόνια προωθούν αρκετοί ευρωπαϊκοί κύκλοι. Η λογική της δεν γεννήθηκε για να ανταμείψει την Τουρκία. Προέκυψε από τη διαπίστωση ότι, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη γενικότερη αποσταθεροποίηση του διεθνούς περιβάλλοντος, η Ευρώπη χρειάζεται λειτουργικές σχέσεις με σημαντικούς περιφερειακούς παίκτες.

Ωστόσο, η εύλογη αναζήτηση συνεργασιών δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποκατάστατο της πολιτικής αιρεσιμότητας. Διαφορετικά, η γεωπολιτική χρησιμότητα κινδυνεύει να υπερισχύσει των ίδιων των κανόνων που συγκροτούν την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

Από το 2004, όταν η Λευκωσία εντάχθηκε στην ΕΕ, το Κυπριακό έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά ένα διμερές ή περιφερειακό ζήτημα. Απέκτησε και ευρωπαϊκή διάσταση. Αυτό σημαίνει ότι η αξιοπιστία της Ενωσης συνδέεται άμεσα με την ικανότητά της να προστατεύει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα όλων των κρατών-μελών της, ανεξαρτήτως μεγέθους ή γεωπολιτικού βάρους.

Σήμερα, λοιπόν, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων. Είναι το προηγούμενο που ενδέχεται να δημιουργηθεί. Αν η Ευρωπαϊκή Ενωση αποδεχθεί ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα μπορεί να υπερισχύει του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και των υποχρεώσεων απέναντι στα κράτη-μέλη της, τότε η εξαίρεση κινδυνεύει να μετατραπεί σε κανόνα. Και όταν οι εξαιρέσεις γίνονται κανόνας, η αξιοπιστία των θεσμών αρχίζει να διαβρώνεται από μέσα.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει νέος γύρος συνομιλιών ή αν θα προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός της Τελωνειακής Ενωσης. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ευρωπαϊκή Ενωση θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στις γεωπολιτικές ανάγκες της εποχής και τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ή αν θα αποδεχθεί ότι η στρατηγική σκοπιμότητα αποτελεί πλέον το βασικό κριτήριο των αποφάσεών της.

Εάν η Ευρώπη επιλέξει να υποβαθμίσει το Κυπριακό στο όνομα μιας πρόσκαιρης γεωπολιτικής ισορροπίας, δεν θα διακινδυνεύσει μόνο την αξιοπιστία της απέναντι σε ένα κράτος-μέλος της. Θα έχει αποδεχθεί ότι η γεωπολιτική υπερισχύει των αρχών της. Και από εκείνη τη στιγμή, η μεγαλύτερη απώλεια δεν θα είναι μόνο η αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής συνοχής. Θα είναι ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση θα κινδυνεύσει να χάσει την αξιοπιστία της απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό.