Το 2013 ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ επένδυαν στα… μαγκάλια, εργαλειοποιώντας τότε τον θάνατο δύο φοιτητών από αναθυμιάσεις.
Στη συνέχεια, μαζί με τους ΑΝΕΛ, έγιναν συγκυβέρνηση και το 2017 αποφάσιζαν τη μείωση του επιδόματος θέρμανσης κατά 50%, ενώ οι φόροι, παρά την οικονομική κρίση, έμεναν στο… ύψος τους.
Χθες το ΠΑΣΟΚ εξέδωσε ανακοίνωση με αφορμή τον θάνατο της Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, η έξωση της οποίας προκάλεσε κύμα αντιδράσεων στην Ισπανία, που στο τέλος οδήγησε την κυβέρνηση Σάντσεθ στην προκήρυξη εκλογών . Και τι αναφέρει η ανακοίνωση; Ότι η 87χρονη «δεν άντεξε την αδικία και “έφυγε”», καθώς και ότι «είναι χρέος των προοδευτικών ανθρώπων και δυνάμεων σε όλον τον κόσμο ο αγώνας της να μην πάει χαμένος».
Υπάρχει όμως και συνέχεια στην ανακοίνωση, στην οποία τονίζεται ότι «υπάρχουν και στην Ελλάδα χιλιάδες Μαρικάρμεν που ζουν με το άγχος της κατάσχεσης, του πλειστηριασμού και της έξωσης μετά την αδράνεια και την κατάργηση του προστατευτικού πλαισίου από την κυβέρνηση».
Η προσπάθεια ταύτισης της κατάστασης της Ισπανίας με αυτήν στην Ελλάδα είναι εμφανής, όπως και η εργαλειοποίηση που γίνεται από την αρχή των εκεί διαδηλώσεων, καθώς και για τις κινητοποιήσεις μαθητών —και όχι μόνο— στη Γαλλία.
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι στην αντιπολίτευση αναζητούν το φιτίλι που θα ανάψει τη φλόγα ενός νέου κύματος αγανακτισμένων. Ουδείς υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει στεγαστική κρίση στη χώρα. Ούτε ότι δεν υπάρχει θέμα με την ακρίβεια.
Αυτό που αναφέρει το ΠΑΣΟΚ στην ίδια ανακοίνωση —μετά τα περί χιλιάδων Μαρικάρμεν, που θυμίζουν τα «μαγκάλια» του ΣΥΡΙΖΑ— δεν απέχει από την πραγματικότητα ως προς το γεγονός ότι «η στέγαση, το ιδιωτικό χρέος, η ακρίβεια θα είναι τα κεντρικά ζητήματα και στις επόμενες εθνικές εκλογές στην Ελλάδα…».
Το ζήτημα της στέγασης δείχνει πράγματι να δημιουργεί συνθήκες μεγάλης πίεσης σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και στην Ελλάδα. Δείχνει, με τα όσα έγιναν στην Ισπανία, να καθορίζει και πολιτικές εξελίξεις.
Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δεν υποστηρίζουν πως τα προβλήματα λύνονται με τα μέτρα που λαμβάνονται και αναζητούν διαρκώς τρόπους αντιμετώπισης σε ένα περιβάλλον όπου η κρίση είναι παγκόσμια και πλήττει και χώρες κραταιές.
Από την άλλη πλευρά, όμως, τα προβλήματα δεν λύνονται με το μαγικό ραβδί που κρατούν στα χέρια τους τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ακόμη και προτάσεις που μπορεί να έχουν βάση και να δύνανται να συμβάλουν στην εύρεση μιας πιο διευρυμένης λύσης χάνονται μέσα σε κορόνες λαϊκισμού και υποσχέσεων και σε μια επαναφορά της «πολιτικής των μαγκαλιών».
Το μείζον ζήτημα της στεγαστικής κρίσης είναι υπαρκτό και ουδείς μπορεί να υποστηρίξει ότι διαθέτει τη μοναδική λύση και γνώση. Αυτό που πρέπει να αντιμετωπιστεί συνδέεται άμεσα με την κοινωνία, τους νέους και τις οικογένειες συνολικά και πρέπει να γίνει με τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοποίηση όλων των εργαλείων και των προτάσεων που υπάρχουν ή κατατίθενται, προκειμένου να καταστεί η κατοικία προσιτή.
Το να επικαλείται κανείς τον θάνατο μιας γυναίκας, υποστηρίζοντας ότι «δεν άντεξε την αδικία», παραπέμπει, δυστυχώς, σε άλλες λογικές που πρέπει να μείνουν εκτός στη διαδικασία αναζήτησης και εφαρμογής συγκεκριμένων λύσεων.