Η χώρα που κουβαλά μία από τις πιο αιματηρές ιστορίες της Αφρικής και το τραύμα του Μουντιάλ 1974 αντιμετωπίζει απόψε την Πορτογαλία στο Μουντιάλ 2026

Απόψε η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αντιμετωπίζει την Πορτογαλία στο Μουντιάλ 2026,
επιστρέφοντας στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική σκηνή για πρώτη φορά μετά από 52 χρόνια.
Το 1974 όμως δεν αγωνίστηκε ως Λ.Δ. Κονγκό αλλά ως Ζαΐρ, εκπροσωπώντας ένα από τα
πιο αυταρχικά καθεστώτα της μεταπολεμικής Αφρικής. Η ιστορία εκείνης της συμμετοχής
δεν είναι απλώς ποδοσφαιρική. Είναι μια ιστορία αποικιοκρατίας, δικτατορίας, βίας και
κρατικής προπαγάνδας.

Η χώρα που σήμερα γνωρίζουμε ως Λ.Δ. Κονγκό υπήρξε αρχικά προσωπική… ιδιοκτησία του
Βέλγου βασιλιά Λεοπόλδου Β’. Από το 1885 έως το 1908 το λεγόμενο «Ελεύθερο Κράτος
του Κονγκό» μετατράπηκε σε έναν απέραντο μηχανισμό καταναγκαστικής εργασίας για την
παραγωγή καουτσούκ. Ιστορικές εκτιμήσεις ανεβάζουν τους νεκρούς σε 10 έως 11
εκατομμύρια ανθρώπους (!), θύματα πείνας, ασθενειών, εκτελέσεων και ακρωτηριασμών.
Η αποικιακή αυτή κληρονομιά άφησε βαθιά τραύματα που επηρέασαν τη μετέπειτα πορεία
της χώρας.

Μετά την ανεξαρτησία του 1960 ακολούθησαν χάος, εμφύλιες συγκρούσεις και η
δολοφονία του πρώτου πρωθυπουργού Πατρίς Λουμούμπα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον
αναδείχθηκε ο δικτάτορας Μομπούτου Σέσε Σέκο, ο οποίος κατέλαβε οριστικά την εξουσία
το 1965 με τη στήριξη των ΗΠΑ και δυτικών δυνάμεων στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες κυβέρνησε με αυταρχισμό, λογοκρισία, διώξεις και
ακραία διαφθορά, συσσωρεύοντας προσωπική περιουσία δισεκατομμυρίων δολαρίων ενώ
η χώρα βυθιζόταν στη φτώχεια.

Το ποδόσφαιρο αποτέλεσε βασικό εργαλείο προπαγάνδας. Το Ζαΐρ είχε κατακτήσει δύο
φορές το Κύπελλο Εθνών Αφρικής και έφτασε στο Μουντιάλ του 1974 ως η πρώτη
υποσαχάρια αφρικανική χώρα που προκρινόταν σε τελική φάση. Ο Μομπούτου
αντιμετώπιζε την εθνική ομάδα ως βιτρίνα του καθεστώτος του και είχε υποσχεθεί
τεράστια πριμ στους παίκτες. Όταν όμως η αποστολή έφτασε στη Δυτική Γερμανία, οι
διεθνείς διαπίστωσαν ότι τα χρήματα είχαν εξαφανιστεί μέσα στη διαφθορά του κρατικού
μηχανισμού.

Ακολούθησε ο απόλυτος εξευτελισμός. Μετά την ήττα 2-0 από τη Σκωτία, το Ζαΐρ συνετρίβη
9-0 από τη Γιουγκοσλαβία, σε μία από τις βαρύτερες ήττες στην ιστορία του Παγκοσμίου
Κυπέλλου. Ο προπονητής Μπλαγκόγιε Βίντινιτς άλλαξε μεγάλο μέρος της ενδεκάδας, οι
παίκτες ήταν ψυχολογικά διαλυμένοι και ο Ντούσαν Μπάγεβιτς πέτυχε χατ-τρικ απέναντί
τους.

Η αντίδραση του Μομπούτου ήταν τρομακτική. Σύμφωνα με μαρτυρίες, άνθρωποι του
καθεστώτος ταξίδεψαν στη Γερμανία και απείλησαν τους ποδοσφαιριστές. Το μήνυμα ήταν
σαφές: αν έχαναν με περισσότερα από τέσσερα γκολ από τη Βραζιλία στο τελευταίο
παιχνίδι, ίσως να μην είχαν πατρίδα στην οποία να επιστρέψουν. Οι Βραζιλιάνοι νίκησαν
τελικά μόνο με 3-0 και οι παίκτες γλίτωσαν τα χειρότερα. Από εκείνο το ματς έμεινε και η
περίφημη σκηνή του Μουέπου Ιλούνγκα που πετάχτηκε από το τείχος και απομάκρυνε την
μπάλα πριν εκτελεστεί φάουλ, μια εικόνα που για δεκαετίες παρερμηνεύτηκε ως άγνοια
των κανονισμών ενώ ο ίδιος αργότερα μίλησε για πανικό και φόβο.

Η τιμωρία συνεχίστηκε μετά το Μουντιάλ. Παίκτες τέθηκαν υπό παρακολούθηση,
μεταγραφές μπλοκαρίστηκαν και η ομάδα διαλύθηκε. Ο σπουδαίος Πιερνταγιέ Μουλάμπα
δεν πήρε ποτέ τη μεταγραφή που ονειρευόταν στην Ευρώπη και αργότερα έζησε χρόνια
διωγμών, φτώχειας και εξορίας.

Γι’ αυτό και η σημερινή παρουσία της Λ.Δ. Κονγκό στο Μουντιάλ δεν συνδέεται μόνο με το
ποδόσφαιρο. Για πολλούς Κονγκολέζους αποτελεί και μια συμβολική επιστροφή από μια
εποχή όπου η εθνική ομάδα δεν εκπροσωπούσε απλώς μια χώρα, αλλά ήταν όμηρος ενός
καθεστώτος που χρησιμοποίησε το ποδόσφαιρο ως εργαλείο εξουσίας και άφησε πίσω του
ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων.

Περισσότερες ιστορίες σαν κι αυτή, σε μια έρευνα 640 σελίδων σε μεγάλο μέγεθος,
μπορείτε να διαβάσετε στο βιβλίο « Μουντιάλ εμπιστευτικό » που κυκλοφορεί από τη Historical Quest