Προβληματίζει το γεγονός ότι ένας πρώην πρωθυπουργός της Νέας Δημοκρατίας αισθάνεται την ανάγκη να χρησιμοποιήσει τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ για να πλήξει τον διάδοχό του.
Η ρητορική της αντιπολίτευσης
Εάν κάποιος κάλυπτε το όνομα του ομιλητή στην τελευταία δήλωση του Αντώνη Σαμαρά για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ζητούσε από έναν μέσο πολίτη να μαντέψει ποιος βρίσκεται πίσω από τα συγκεκριμένα λόγια, η πρώτη και πιο λογική απάντηση θα ήταν: ο Αλέξης Τσίπρας.
Η ρητορική, το ύφος, η εκφορά του λόγου, οι χαρακτηρισμοί και η επιχειρηματολογία συνιστούν μια εντυπωσιακή πολιτική και επικοινωνιακή μετατόπιση: ένας συντηρητικός πρώην ηγέτης δανείζεται, σχεδόν αυτούσιο, το πολιτικό οπλοστάσιο του ιστορικού ιδεολογικού αντιπάλου του.
Οι καταγγελίες για «ακρίβεια», «απευθείας αναθέσεις» και «φτωχοποίηση» αποτέλεσαν τις βασικές σημαίες του Αλέξη Τσίπρα απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Εκπλήσσοντας ακόμη και ανθρώπους που τον παρακολουθούν με συμπάθεια, ο κ. Σαμαράς εντάσσει πλέον αυτές ακριβώς τις έννοιες στον δικό του λόγο.
Περιγράφει μια εικόνα… οικονομικής εξαθλίωσης («αγροτών, κτηνοτρόφων και αλιέων») και αδιαφάνειας, η οποία θυμίζει δηλώσεις και ομιλίες από τα έδρανα της αριστερών αποχρώσεων αντιπολίτευσης.
Επιχειρήματα που δεν πείθουν την πλειοψηφία του κόσμου, η οποία κρατά σταθερά στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων τη ΝΔ. Ο πρώην πρωθυπουργός υιοθέτησε μια θεώρηση των πραγμάτων που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα της χώρας.
Και δεν είναι μόνο τα μακροοικονομικά νούμερα που ευημερούν. Η κατανάλωση τραβά την ανηφόρα και αυτό δεν συνάδει με μια κοινωνία που στενάζει, όσο και αν κάποιοι προσπαθούν να δημιουργήσουν αυτή την εικόνα επενδύοντας στον λαϊκισμό.
Τα «Τέμπη» και οι υποκλοπές
Ισως η πιο ηχηρή ομοιότητα Σαμαρά-Τσίπρα εντοπίζεται στην ευθεία αναφορά στα «Τέμπη» και την «υπόθεση των υποκλοπών». Πρόκειται για τα δύο ζητήματα πάνω στα οποία η αντιπολίτευση έχει οικοδομήσει μύθους και μύθους, δηλητηριάζοντας την κοινωνία με θεωρίες συνωμοσίας.
Είναι τουλάχιστον λυπηρό ένας πρώην αρχηγός της ΝΔ να επενδύει και αυτός σε διαλυτικές λογικές, οι οποίες υπονομεύουν τη σταθερότητα και την πρόοδο της χώρας μας.
Το δίπολο «διαφθοράς» και «αλαζονείας» που επικαλείται ο πρώην πρωθυπουργός αντικατοπτρίζει απόλυτα το αφήγημα της Κεντροαριστεράς περί ενός συστήματος εξουσίας που λειτουργεί αποκομμένο από την κοινωνία και τους θεσμούς. Ενώ η ΝΔ έχει αποδείξει ότι και ακούει, και ευθύνες αναλαμβάνει, και διορθώνει τα λάθη της.
Με… ολίγη δεξιά γαρνιτούρα
Φυσικά, ο Αντώνης Σαμαράς φροντίζει να μπολιάσει αυτή την «αριστερόστροφη» ως προς τη στόχευση κριτική με αμιγώς συντηρητικά χαρακτηριστικά, ώστε να απευθυνθεί στο δικό του, παραδοσιακό ακροατήριο.
Οι αναφορές στη «woke ατζέντα», την «εξωτερική πολιτική του κατευνασμού και των υποκλίσεων» στα Ελληνοτουρκικά, αλλά και ο σκληρός όρος «λαθρομετανάστες» αντί για «πρόσφυγες» –σε συνδυασμό με την κριτική για την παροχή ασύλου– αποτελούν μια προσπάθεια να κρατήσει την ιδεολογική του υπογραφή.
Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία λειτουργούν απλώς ως το «περιτύλιγμα». Ο σκληρός πυρήνας των επιχειρημάτων του παραμένει εστιασμένος σε ζητήματα που προβάλλει η αριστερή αντιπολίτευση.
Είναι προφανές ότι δεν στοχεύει στους δυσαρεστημένους από την κυβέρνηση, αλλά στην ψήφο διαμαρτυρίας γενικά, και αυτό τον τοποθετεί στο γήπεδο του Αλέξη Τσίπρα.
Το φαινόμενο «Αντώνης όπως Αλέξης» καταδεικνύει ένα σπάνιο πολιτικό παράδοξο. Η προσπάθεια κριτικής στην κυβέρνηση δεν προέρχεται αυτή τη στιγμή από τα κόμματα της λεγόμενης προοδευτικής αντιπολίτευσης, τα οποία μαστίζονται από εσωτερικές περιδινήσεις, αλλά από το παρελθόν της ίδιας της κεντροδεξιάς παράταξης.
Το γεγονός ότι ένας πρώην πρωθυπουργός της Νέας Δημοκρατίας αισθάνεται την ανάγκη να χρησιμοποιήσει τις «λέξεις» του ΣΥΡΙΖΑ για να πλήξει τον διάδοχό του, είναι κάτι που πρώτα απ’ όλους πρέπει να προβληματίσει τον ίδιο τον Αντώνη Σαμαρά. Και στη συνέχεια όσους συνεχίζουν να βλέπουν με κάποιο ενδιαφέρον την κινητικότητα που αναπτύσσει τους τελευταίους μήνες.
ΣΥΡΙΖΑ for ever!
Αφού πρώτα «έσκισαν τα μνημόνια με έναν νόμο και ένα άρθρο», για να καταλήξουν τελικά να υποθηκεύσουν οι ίδιοι τη δημόσια περιουσία στο Υπερταμείο και να ανοίξουν διάπλατα την πόρτα των κόκκινων δανείων στα funds, τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισαν να τα πάρουν όλα πίσω.
Αυτή τη φορά, όχι με κάποιο νομοσχέδιο, αλλά... με ένα βίντεο. Σε μια εμφάνιση που θυμίζει καμπάνια τηλεπωλήσεων, η Ρένα Δούρου και ο Νίκος Παππάς μοιράστηκαν την οθόνη (μισό-μισό) για να μας ανακοινώσουν το νέο οικονομικό «θαύμα» της Κουμουνδούρου: Το κράτος παίρνει πίσω τα πάντα!
Τράτζικ!
Πώς θα γίνει αυτό το μαγικό; Ο ΕΦΚΑ –ναι, το ταμείο που βγάζει τις συντάξεις– θα μετατραπεί ξαφνικά σε real estate fund.
Θα αγοράσει τα κόκκινα δάνεια και θα τα ρυθμίσει με δόσεις κομμένες και ραμμένες σε ό,τι μπορεί ο καθένας να πληρώσει! Και το καλύτερο; Θα αγοράσει και τα ήδη πλειστηριασμένα σπίτια, θα τα δώσει στους δήμους, και εκείνοι θα τα επιστρέψουν στους αρχικούς ιδιοκτήτες με ενοίκια-χαρτζιλίκι!
Πρόκειται για το απόλυτο πολιτικό «το αφεντικό τρελάθηκε». Φαντάζομαι και τα funds θα ξετρελαθούν με την ιδέα: αγόρασαν στο 20% και θα πουλήσουν στο κράτος, δηλαδή σε όλους εμάς, στο 100%!
Ο «Γάτος» μας έχει το όνομα, στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν τη χάρη. Αιλουροειδή πραγματικά στις κωλοτούμπες. Με το αζημίωτο βεβαίως.
Αερολογίες
Αυξήσεις, διορισμούς και… ουσιαστική, ολιστική αξιολόγηση υποσχέθηκε στους εκπαιδευτικούς η Θεώνη Κουφονικολάκου.
Το πρόβλημα με την έννοια της «ολιστικής» αξιολόγησης είναι ότι στην ελληνική πραγματικότητα του παρελθόντος κατέληγε συνήθως να είναι ένα κενό γράμμα.
Μετατρεπόταν σε μια τυπική γραφειοκρατική διαδικασία όπου οι διευθυντές συμπλήρωναν γενικόλογες φόρμες στο τέλος της χρονιάς για να φαίνεται ότι «η αξιολόγηση έγινε», προκειμένου να μην ενοχληθεί κανείς.
Το αποτέλεσμα ήταν ο εξαιρετικός εκπαιδευτικός που δίνει την ψυχή του να εξισώνεται με τον αδιάφορο ή τον ανεπαρκή, ο οποίος συνέχιζε να διδάσκει προστατευμένος πίσω από την ασπίδα της… συλλογικής ανευθυνότητας.