Η επικαιρότητα αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο μια βαθιά αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο η αντιπολίτευση, σε αυτή τη χώρα των τεράστιων αντιφάσεων, αντιμετωπίζει τη Δικαιοσύνη.
Οταν τόσο η ίδια όσο και ο φιλικός της Τύπος δεν χάνουν ευκαιρία να ζητήσουν με βαρύγδουπες δηλώσεις και αστήρικτους αφορισμούς ποινικές δίκες για τους αντιπάλους τους στην κυβέρνηση, ενώ την ίδια στιγμή αμφισβητούν θεσμικά τεκμηριωμένες διαδικασίες, όπως είναι οι συλλήψεις των κατηγορουμένων για την εμπρηστική επίθεση στη Marfin.
Την ώρα που στελέχη των κομμάτων ζητούν ειδικά δικαστήρια ακόμα και από το βήμα της Βουλής, ταυτόχρονα προκαταλαμβάνουν τις διαδικασίες των παραπομπών των συλληφθέντων στη Δικαιοσύνη κάνοντας λόγο για «στημένη υπόθεση» ή βάζοντας από την πρώτη κιόλας στιγμή «πολεμικούς», όπως λέγαμε παλιά στις εφημερίδες, τίτλους με τη λέξη «σκευωρία». Και όλα αυτά πριν καν η Δικαιοσύνη ελέγξει τη νομιμότητα των αστυνομικών διαδικασιών.
Υπάρχει και μια άλλη τρανή απόδειξη για τους ισχυρισμούς περί α λα καρτ αντιμετώπισης του αιτήματος για Δικαιοσύνη. Από τη μία πλευρά, η κατάθεση νέας αίτησης στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για την ανάσυρση της δικογραφίας των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, παρά το γεγονός ότι το θέμα θεωρείται ότι έχει λάβει θεσμικά τέλος, συντηρεί ένα κλίμα διαρκούς δικαστικής πίεσης προς την κυβέρνηση.
Από την άλλη, οι πρόσφατες συλλήψεις για την τρομοκρατική επίθεση που κόστισε τη ζωή στη Βάγια Νέστορα, καθώς και για την τραγωδία της Marfin πριν από 16 χρόνια, προκάλεσαν μια ξαφνική ευαισθητοποίηση της Αριστεράς και προσωπικοτήτων όπως ο πρώην επικεφαλής της ΑΔΑΕ, Χρήστος Ράμμος, οι οποίοι έσπευσαν να επικαλεστούν το τεκμήριο της αθωότητας για τους συλληφθέντες.
Για την ιστορία, βεβαίως, να θυμίσουμε ότι ο κ. Ράμμος ήταν ο ίδιος που, από τη θέση του προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, τον Φεβρουάριο του ’23 είχε ενημερώσει τον Αλέξη Τσίπρα σχετικά με τις μέχρι τότε έρευνες για τις παρακολουθήσεις. Ο σημερινός πρόεδρος της ΕΛΑΣ, βγαίνοντας τότε από το κτήριο της Αρχής κρατώντας έναν φάκελο, είχε αποδώσει τιμές στον πρόεδρο χρησιμοποιώντας την περίφημη φράση του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1929 κατά την τελετή έναρξης λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας: «Υπάρχουν ακόμη δικασταί εις τας Αθήνας».
Α λα καρτ ευαισθησία
Οταν πρόκειται για στελέχη της αντιπολίτευσης ή υπόπτους συγκεκριμένων ιδεολογικών χώρων, οι κανόνες του κράτους δικαίου προτάσσονται ως ιεροί. Οταν όμως πρόκειται για κυβερνητικά στελέχη, η αντιπολίτευση, σύσσωμη, μετατρέπεται σε κατήγορο.
Μέσα από μια ασταμάτητη λασπολογία και τοξικότητα, η αντιπολίτευση έχει μπει για τα καλά στον δρόμο να ξαναστήσει λαϊκά δικαστήρια στις πλατείες και «ονειρεύεται» ειδικά δικαστήρια και φυλακίσεις. Ολοι ξέρουμε τι σημαίνει αυτό για την παραγωγή του πολιτικού της λόγου και την επιχειρηματολογία της: από ανύπαρκτη έως ισχνή.
Η εμμονή με τις ποινικές διώξεις και η απουσία πολιτικών επιχειρημάτων αποτυπώνεται ανάγλυφα στις ονομαστικές τοποθετήσεις των πρωταγωνιστών της αντιπολίτευσης. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου της Πλεύσης Ελευθερίας εκφράζει με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο αυτή τη λογική, δηλώνοντας: «Δεν πρόκειται να σταματήσουμε μέχρι να πάει φυλακή όχι μόνο ο Τριαντόπουλος, αλλά και ο Μητσοτάκης».
Η ρητορική αυτή δεν αφορά τη βελτίωση των υποδομών, αλλά εστιάζει αποκλειστικά στην τιμωρητική εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων. Παρομοίως, στο εσωτερικό του, διαλυμένου πλέον, ΣΥΡΙΖΑ, η διαχρονική γραμμή στελεχών όπως ο Παύλος Πολάκης περιέχεται στη φράση «αν δεν χώσεις κάποιους στη φυλακή, δεν παίρνεις την εξουσία», την οποία μάλιστα έχει πει ο ίδιος, που προτάσσει τον εαυτό του ως τον επόμενο πρόεδρο του κόμματος.
Αλλά ακόμα και πολιτικές δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως θεσμικές, όπως το ΠΑΣΟΚ υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη, εγκλωβίζονται σε αυτή την τακτική. Ο κ. Ανδρουλάκης επιλέγει να μονοπωλεί την κριτική του γύρω από αιτήματα για Προανακριτικές Επιτροπές και «μοτίβα συγκάλυψης», υποστηρίζοντας ότι «η μόνη απάντηση είναι η παραπομπή των υπευθύνων στη Δικαιοσύνη».
Η καταφυγή στην τοξικότητα και την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής από τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι μία ακόμη ένδειξη της παρακμής. Η οποία ακονίζει ακόμα περισσότερο τα δόντια της όσο περνούν οι μέρες και η χώρα θα μπει και επισήμως σε προεκλογική περίοδο.