Η ερμαϊκή οδός του Όθωνα, η σημερινή Ερμού, παραμένει λαμπερή εκπρόσωπος της οικονομικής προόδου στο πέρασμα των ετών αλλά και η αγαπημένη οδός του γυναικείου φύλου.
Στο κέντρο της Αθήνας, υπήρξε μία εποχή που οι πολίτες χρησιμοποιούσαν άμαξες και ο αριθμός τους δεν ήταν παραπάνω από καμιά δεκαριά!
Η κίνηση όμως αυξήθηκε όταν κυκλοφόρησαν τα τραμ και τα λεωφορεία που έμειναν γνωστά ως «αντεροβγάλτες». Οι πρώτες άμαξες (ΜΜΜ) που κυκλοφόρησαν ονομάζονταν «πολυέδρια» και εκτελούσαν δρομολόγια μεταξύ Ναυπλίου και Άργους.
Μετέπειτα οι… «αντεροβγάλτες» ήταν μικρά και πρόχειρα λεωφορεία με τέσσερις θέσεις τα οποία από το πολύ κούνημα «αναστάτωναν» τα σπλάχνα των επιβατών, για αυτό και τους κόλλησαν το προσωνύμιο «Αντερο…βγάλτης»!
Έπειτα εμφανίστηκαν και οι πρώτες μόνιππες άμαξες, τις οποίες για άγνωστους λόγους τις αποκαλούσαν «Μαρίκες» και ήταν τα πιο φτηνά μέσα συγκοινωνίας, αφού η κούρσα στοίχιζε μόλις πενήντα λεπτά.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια της οθωνικής περιόδου, η οδός Ερμού αποκαλούνταν ο «Μεγάλος Δρόμος» και ήταν η κεντρική εμπορική αρτηρία της πρωτεύουσας με πολλές κατοικίες γιατρών και δικηγόρων.
Αργότερα ανεγέρθηκε το «υπουργείον Δημοσίας Εκπαιδεύσεως» και άνοιξε το κατάστημα των Αδελφών Φιλίππ, το αποκαλούμενο «Γαλλικόν» Κατάστημα.
Κοντά του βρισκόταν η Τράπεζα Γεωργίου Σκουζέ… Παραπλεύρως βρισκόταν το Ζαχαροπλαστείο «Τζίτζικα», εκεί που οι Αθηναίοι απολάμβαναν μία τεράστια πάστα «Κοπεγχάγη» ή έναν «εργολάβο» και οι νεαροί έκαναν κόρτε στις κομψές κυρίες, προσφέροντας το άνθος που φορούσαν στην «κομβιοδόχη» τους.
Επίσης, στον «Μεγάλο Δρόμο» άνοιξαν τα πρώτα εμπορικά καταστήματα, στα οποία έβρισκε κανείς ό,τι αναζητούσε.
Γύρω από την πλατεία Καπνικαρέας
Στη μικρή πλατεία βρισκόταν το κατάστημα του Βουγά, με τη μεγαλόπρεπη επιγραφή «Εις την Αγίαν Σοφίαν», εκεί μπορούσες να βρεις παιδικά παιχνίδια, ιδιαίτερα μολυβένια στρατιωτάκια, από τη Νυρεμβέργη.
Επίσης, παραδίπλα υπήρχε το κατάστημα της κυρίας Λιζιέ, της πρώτης μοδίστρας που έφτασε στην Αθήνα και προμήθευε τις κυρίες με την τελευταία λέξη της μόδας των Παρισίων, τους έραβε και κάτι πελώρια καπέλα που ονομάζονταν ρουί-βλας.
Από την Καπνικαρέα μέχρι την Αιόλου, αυτό το τμήμα της Ερμού ήταν γεμάτο από κουρεία, όπου αντί σημαιών οι κουρείς ύψωναν λευκές πετσέτες και χάλκινες λεκάνες, δηλαδή τα εργαλεία της τέχνης τους. Εκεί ξυριζόταν όλος ο ανδρικός πληθυσμός.
Στη συμβολή των οδών Ερμού και Αιόλου βρισκόταν το Καφενείο της «Ωραίας Ελλάδος». Μέσα είχε τη γνωστότερη αίθουσα μπιλιάρδου, στολισμένη με εικόνες του Ιταλοαυστριακού πολέμου, η οποία λειτούργησε και ως το πρώτο «παράνομο» Χρηματιστήριο των Αθηνών. Εκεί γίνονταν οι μεγαλύτερες χρηματιστικές συναλλαγές και ατασθαλίες. Γύρω από το σφαιριστήριο της «Ωραίας Ελλάδος» έλαβαν χώρα ηρωικές μάχες ενώ δεν ήταν λίγες οι θρυλικές μαγκούρες που έσπασαν πολλά κεφάλια… εκκολαπτόμενων χρηματιστών.
Αυτή ήταν η θορυβώδης Ερμού, ενώ λίγο παραπάνω στην πλατεία Συντάγματος, επικρατούσε άκρα ηρεμία και δεν υπήρχε άλλο καφενείο εκτός από του Γιαννόπουλου (μετέπειτα Βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη.) Πολυθόρυβο το Σύνταγμα γινόταν, αυστηρά κάθε Πέμπτη και Κυριακή, όταν οι Αθηναίοι συγκεντρώνονταν για να ακούσουν τη μουσική της Φρουράς που παιάνιζε.