Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να ξαναγράψει την οικονομική ιστορία, βάζοντας στο στόχαστρό του τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά η εποχή της δική του κυβέρνησης, επιστρέφει ως μία αναπόφευκτη σύγκριση.

Ειδικότερα, ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε στην πολιτική επικαιρότητα με μεγάλες κουβέντες. «Η επταετία της Νέας Δημοκρατίας ήταν μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον τόπο μας», είπε, για να προσθέσει ότι η έξοδος από τα μνημόνια και οι «πρωτοφανείς χρηματοδοτικές δυνατότητες» που ακολούθησαν εξαντλήθηκαν χωρίς να αφήσουν θετικό αποτύπωμα στην κοινωνία. Λίγο αργότερα έδωσε και το δεύτερο στίγμα της επιστροφής του, δηλώνοντας ότι δεν επιδιώκει «να βολευτεί», αλλά να «ξεβολέψει» εκείνους που, κατά τον ίδιο, έστησαν και στηρίζουν το σημερινό «καθεστώς διαφθοράς και αδικίας».

Εντυπωσιακές διατυπώσεις. Μόνο που έχουν ένα μικρό μειονέκτημα: χρειάζονται μνήμη. Και όταν μιλά ο Αλέξης Τσίπρας για επταετίες, μνημόνια, οικονομία και διαφθορά, η μνήμη δεν μπορεί να αρχίζει από το 2019 και να τελειώνει στο 2026. Υπάρχει και η περίοδος 2015-2019. Υπάρχει, δηλαδή, η δική του διακυβέρνηση.

Η «επταετία» δεν είναι μια τυχαία λέξη

Η επιλογή της λέξης «επταετία» είναι από μόνη της πολιτικά ενδιαφέρουσα. Δεν είπε απλώς «τα επτά χρόνια της Νέας Δημοκρατίας». Επέλεξε τον όρο «επταετία», μια λέξη που στην ελληνική πολιτική γλώσσα είναι φορτισμένη όσο λίγες, καθώς παραπέμπει ευθέως στη δικτατορία των συνταγματαρχών.

Προφανώς δεν χρειάζεται να ειπωθεί ευθέως η σύγκριση. Ο πολιτικός υπαινιγμός αρκεί. Η λέξη κάνει τη δουλειά της, δημιουργώντας το ιστορικό και συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρεί να τοποθετήσει τη σημερινή κυβέρνηση.

Μόνο που υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά που δεν μπορεί να διαγραφεί με μια επικοινωνιακή επιλογή. Η «επταετία» 1967-1974 ήταν δικτατορία. Τα επτά χρόνια της κυβέρνησης της ΝΔ είναι περίοδος κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης, με εκλογές, αντιπολίτευση, κοινοβουλευτικό έλεγχο και θεσμούς.

Η σύγκριση, λοιπόν, μπορεί να λειτουργεί ως πολιτικό υπονοούμενο. Δεν μπορεί όμως να σταθεί ως ιστορική αναλογία.

Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι αυτή που περιγράφει ο Τσίπρας

Το ακόμη πιο παράδοξο είναι ότι η εικόνα που επιχειρεί να κατασκευάσει ο Αλέξης Τσίπρας δεν αντέχει ούτε απέναντι στους αριθμούς ούτε απέναντι στην ίδια την πολιτική του διαδρομή.

Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα που περιγράφει. Δεν είναι μια χώρα στην οποία «εξαντλήθηκαν» οι χρηματοδοτικές δυνατότητες χωρίς κανένα αποτύπωμα και δεν είναι μια χώρα που έμεινε καθηλωμένη επειδή, κατά την εκδοχή του, κάποιος άλλος σπατάλησε μια ιστορική ευκαιρία.

Η Ελλάδα σήμερα έχει επενδυτική βαθμίδα, σημαντικά υψηλότερη απασχόληση, μειωμένη ανεργία, ισχυρότερη επενδυτική δραστηριότητα και σημαντική αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Η οικονομία έχει επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης και η χώρα έχει αποκαταστήσει την αξιοπιστία της στις αγορές. Αυτά δεν είναι επικοινωνιακές επιτυχίες. Είναι μετρήσιμα μεγέθη.

Και εδώ ακριβώς καταρρέει το αφήγημα της «χαμένης ευκαιρίας».

Ο Τσίπρας επιχειρεί να παρουσιάσει τα επτά χρόνια σαν μια περίοδο κατά την οποία υπήρχαν πόροι, αλλά δήθεν δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Μόνο που το θετικό αποτύπωμα μιας οικονομίας δεν μετριέται με το αν κάθε πολίτης αισθάνεται ότι πλούτισε. Μετριέται και με το αν η χώρα μπορεί να δανείζεται, να προσελκύει κεφάλαια, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, να επενδύει και να μειώνει το βάρος του χρέους.

Ο Τσίπρας παραλείπει βολικά ότι η χώρα την οποία σήμερα αξιολογεί ως «χαμένη ευκαιρία» είναι η ίδια χώρα της οποίας διετέλεσε πρωθυπουργός από το 2015 έως το 2019. Η έξοδος από το τρίτο μνημόνιο το 2018 δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από όσα προηγήθηκαν: την πολιτική και οικονομική αναστάτωση του 2015, τα capital controls, την υπερφορολόγηση και τη διαπραγμάτευση που οδήγησε τελικά στο τρίτο πρόγραμμα.

Δεν γίνεται, λοιπόν, να κρατάς από τη δική σου κυβερνητική περίοδο μόνο το «βγήκαμε από τα μνημόνια» και από την επόμενη μόνο το «χαμένη ευκαιρία».

Αυτό δεν είναι αποτίμηση. Είναι πολιτική επιλεκτική μνήμη.

Από το «καθεστώς» στο «ξεβόλεμα»

Η δεύτερη φράση είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική: «Δεν επιδιώκουμε να βολευτούμε, αλλά να ξεβολέψουμε εκείνους που έστησαν και στηρίζουν το σημερινό καθεστώς διαφθοράς και αδικίας για ίδιον όφελος».

Εδώ επιστρέφει η παλιά πολιτική συνταγή. «Καθεστώς», «διαφθορά», «αδικία», «ίδιον όφελος» και, απέναντι σε όλα αυτά, ο ίδιος ως εκείνος που θα έρθει να «ξεβολέψει» τους άλλους.

Μόνο που ο Τσίπρας δεν είναι πλέον ο νέος πολιτικός που καταγγέλλει την εξουσία από την πλατεία. Είναι πρώην πρωθυπουργός.

Και αυτό κάνει τη φράση του πολύ πιο εύκολη να ελεγχθεί.

Γιατί το «ξεβόλεμα» το έχει ξαναπεί. Το «σύστημα» το έχει ξανακαταγγείλει. Τα «συμφέροντα» τα έχει ξαναβάλει απέναντί του. Και κάποια στιγμή ο πολιτικός λόγος πρέπει να περάσει από τα συνθήματα στον απολογισμό.

Ποιο ακριβώς είναι το «καθεστώς» που καταγγέλλει; Ποιοι το αποτελούν; Ποιες πράξεις στοιχειοθετούν διαφθορά; Ποια συμφέροντα ωφελούνται και με ποιον τρόπο;

Χωρίς απαντήσεις, η καταγγελία δεν είναι αποκάλυψη. Είναι σύνθημα.

Και ακόμη περισσότερο: όταν ένας πρώην πρωθυπουργός μιλά για «διαφθορά» και «ίδιον όφελος», είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ότι η ίδια απαίτηση διαφάνειας θα επιστρέψει πάνω του.

Δεν μπορεί να ζητά πολιτική λογοδοσία για τους άλλους και να θεωρεί ότι ο δικός του πολιτικός φάκελος έκλεισε το 2019.

Δεν έκλεισε.

Το «αντισυστημικό» προφίλ ενός πρώην πρωθυπουργού

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση της νέας εικόνας που επιχειρεί να οικοδομήσει.

Ο Τσίπρας εμφανίζεται ξανά ως εκείνος που θα συγκρουστεί με το «σύστημα». Μόνο που ο ίδιος έχει υπάρξει το κέντρο της πολιτικής εξουσίας.

Κυβέρνησε. Διόρισε. Διαπραγματεύτηκε. Νομοθέτησε. Φορολόγησε. Διαχειρίστηκε δημόσιο χρήμα. Συγκρούστηκε και συνεργάστηκε με οικονομικούς και επιχειρηματικούς παράγοντες. Είχε στη διάθεσή του τέσσερα χρόνια για να αποδείξει στην πράξη όσα σήμερα επαναφέρει ως πολιτική υπόσχεση.

Γι’ αυτό το «αντισυστημικό» προφίλ δεν πείθει εύκολα.

Και ακόμη περισσότερο δεν πείθει όταν η πολιτική του διαδρομή συνοδεύεται από γεγονότα που ο ίδιος θα προτιμούσε να μην επιστρέφουν στη δημόσια συζήτηση. Η υπόθεση των διακοπών του στο σκάφος της οικογένειας Παναγόπουλου, μετά την τραγωδία στο Μάτι, υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της απόστασης ανάμεσα στην αντισυστημική ρητορική και στην πραγματικότητα των σχέσεων της εξουσίας.

Δεν αποτελεί απόδειξη «διαπλοκής» και δεν πρέπει να βαφτίζεται έτσι χωρίς στοιχεία. Αποτελεί όμως πολιτικό γεγονός που δικαιούται να αξιολογείται, ιδιαίτερα όταν ο ίδιος επιστρέφει σήμερα με καταγγελίες περί συμφερόντων και «καθεστώτος».

Το ίδιο ισχύει και για τα ερωτήματα που έχουν τεθεί δημόσια γύρω από τη χρηματοδότηση του νέου πολιτικού εγχειρήματος της ΕΛ.ΑΣ. Όταν ένας πολιτικός επιστρέφει με σημαία τη σύγκρουση με τα συμφέροντα, η διαφάνεια στη χρηματοδότηση του δικού του εγχειρήματος δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα του αφηγήματος.

Δεν γίνεται να καταγγέλλεις αόριστα «συμφέροντα» και ταυτόχρονα να απαιτείς από τους άλλους να αποδεικνύουν ότι δεν είναι ελέφαντες. Η ίδια αυστηρότητα πρέπει να ισχύει και για σένα.

Η επιστροφή που σκοντάφτει στο παρελθόν

Αυτό είναι τελικά το αδύναμο σημείο της νέας πολιτικής αφήγησης Τσίπρα.

Δεν αρκεί να χαρακτηρίσει την επταετία της Νέας Δημοκρατίας «χαμένη ευκαιρία». Η λέξη «επταετία» δεν αλλάζει τα δεδομένα ούτε μετατρέπει μια κυβερνητική περίοδο σε ιστορικό παράδειγμα αποτυχίας.

Δεν αρκεί να επικαλείται την έξοδο από τα μνημόνια σαν προσωπικό πολιτικό επίτευγμα, όταν η ίδια περίοδος που οδήγησε σε αυτήν περιλαμβάνει την οικονομική περιπέτεια του 2015, τα capital controls, την υπερφορολόγηση και το τρίτο μνημόνιο.

Δεν αρκεί να μιλά για «καθεστώς διαφθοράς» χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία και συγκεκριμένες ευθύνες.

Και κυρίως δεν αρκεί να εμφανίζεται ξανά ως ο πολιτικός που θα «ξεβολέψει» τους άλλους, όταν ο ίδιος έχει ήδη περάσει από το Μέγαρο Μαξίμου και έχει κριθεί από την ελληνική κοινωνία.

Εδώ είναι που η νέα πολιτική αφήγηση συναντά το παλιό πολιτικό παρελθόν.

Ο Τσίπρας θέλει να ξανασυστήσει τον εαυτό του ως αντισυστημική δύναμη. Μόνο που η ιστορία του δεν είναι λευκή σελίδα. Είναι μια τετραετής διακυβέρνηση με συγκεκριμένες αποφάσεις, συγκεκριμένα αποτελέσματα και συγκεκριμένες πολιτικές σχέσεις.

Και η πολιτική μνήμη δεν λειτουργεί κατά παραγγελία.

Δεν διαγράφεται το 2015 επειδή υπάρχει το 2026. Δεν εξαφανίζεται το 2019 επειδή επιστρέφει το σύνθημα του «ξεβολέματος». Και δεν μετατρέπεται ένας πρώην πρωθυπουργός σε αδικημένο παρατηρητή του πολιτικού συστήματος απλώς και μόνο επειδή επέλεξε να επιστρέψει απέναντί του.

Η κοινωνία θα κρίνει.

Αλλά αυτή τη φορά θα κρίνει ολόκληρη τη διαδρομή.

Και αυτό είναι που κάνει τη νέα ρητορική του Τσίπρα πολύ πιο ευάλωτη απ’ όσο ο ίδιος θα ήθελε: επειδή για να πείσει ότι η Ελλάδα έχασε επτά χρόνια, πρέπει πρώτα να πείσει ότι έχει ξεχάσει τα δικά του τέσσερα.