Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι ένας πολιτικός που απλώς κρίθηκε. Είναι ένας πολιτικός που κρίθηκε αυστηρά, επανειλημμένα και σε βάθος χρόνου από την ίδια την κοινωνία.
Η πολιτική μνήμη στην Ελλάδα είναι κοντή. Και κάποιοι επενδύουν ακριβώς σε αυτό. Στην αμνησία, στη σύγχυση, στην ανάγκη ενός εύκολου αφηγήματος που θα «ξεπλύνει» το παρελθόν και θα βαφτίσει την αποτυχία… νέα αρχή.
Ένας πρωθυπουργός που υποσχέθηκε τα πάντα –«σκίσιμο μνημονίων με έναν νόμο», κατάργηση λιτότητας, αποκατάσταση αδικιών– και κατέληξε να εφαρμόζει τα ακριβώς αντίθετα. Με υπογραφή, με νόμους, με πολιτικές που βάρυναν κυρίως εκείνους που δήλωνε ότι θα προστατεύσει.
Οι συνταξιούχοι δεν ξεχνούν. Οι πολίτες που είδαν εισοδήματα να συρρικνώνονται δεν ξεχνούν. Το ΕΚΑΣ που εξαφανίστηκε, οι περικοπές που βαφτίστηκαν «αναγκαίες», οι τράπεζες που τελικά έκλεισαν –όχι ως απειλή προς τους «δανειστές», αλλά ως πραγματικότητα για την κοινωνία –όλα αυτά δεν είναι αφηγήσεις. Είναι βιωμένες εμπειρίες.
Και όμως, ο ίδιος πολιτικός επιστρέφει σήμερα με ύφος σχεδόν λυτρωτή. Σαν να μην κυβέρνησε. Σαν να μην δοκιμάστηκε. Σαν να μην κρίθηκε. Σαν να μην παραιτήθηκε αναλαμβάνοντας –έστω και καθυστερημένα– την ευθύνη μιας πορείας που δεν επιβεβαίωσε τίποτα από όσα υποσχέθηκε.
Υπάρχει, βέβαια, μια ειρωνεία: η παραίτησή του τότε παρουσιάστηκε ως πράξη πολιτικής ευθύνης. Σήμερα, η επανεμφάνισή του μοιάζει να ακυρώνει ακόμη και αυτό. Γιατί αν όντως υπήρξε ειλικρινής αυτοκριτική, αν πράγματι αναγνωρίστηκε η αποτυχία, τότε με ποιο πολιτικό κεφάλαιο επιστρέφει; Με ποια αξιοπιστία ζητεί εκ νέου ρόλο καθοδηγητή;
Η πολιτική δεν είναι θέατρο επαναφοράς ρόλων. Δεν είναι κύκλος όπου ο πρωταγωνιστής αποχωρεί, για να επιστρέψει ως «σωτήρας». Είναι πεδίο ευθύνης και συνέπειας. Και όταν έχεις ταυτιστεί με υποσχέσεις που διαψεύστηκαν τόσο ηχηρά, η επιστροφή δεν είναι αυτονόητη – είναι πρόκληση.
Ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από το αφήγημα της «ενότητας της προοδευτικής παράταξης». Διότι η ενότητα δεν οικοδομείται πάνω σε αποσιωπήσεις. Δεν χτίζεται με λήθη. Και σίγουρα δεν στηρίζεται σε πρόσωπα που κουβαλούν τόσο βαριά πολιτική κληρονομιά, όσο κι αν επιχειρούν να την αναδιατυπώσουν.
Η σκευωρία Novartis, το τοξικό πολιτικό κλίμα εκείνης της περιόδου, δεν ήταν απλώς ένα επεισόδιο. Ήταν κομμάτι ενός συνολικού τρόπου άσκησης πολιτικής: σύγκρουση, πόλωση, κατασκευή εχθρών. Και αυτό δεν διαγράφεται με μια νέα ρητορική περί «σύνθεσης».
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένας πολιτικός δικαιούται να επιστρέψει. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία πείθεται ότι έχει αλλάξει. Και κυρίως αν μπορεί να εμπιστευτεί ξανά κάποιον που δοκιμάστηκε στην κορυφή της εξουσίας και απέτυχε να ανταποκριθεί στις ίδιες του τις δεσμεύσεις.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πολιτική δεν κρίνεται από τις προθέσεις ούτε από τα λόγια. Κρίνεται από το αποτύπωμα. Και το αποτύπωμα του Τσίπρα δεν είναι αυτό που περιγράφει ο ίδιος σήμερα.
Είναι αυτό που έζησαν οι πολίτες. Και αυτό δεν ξαναγράφεται.