Ο Αλέξης Τσίπρας μετά βίας αγγίζει το 8% στην εκλογική αποδοχή, ύστερα από μια πιθανή πολιτική επανενεργοποίηση.

Δεν πιστεύουν στα μάτια τους οι δημοσκόποι με όσα καταγράφουν το τελευταίο διάστημα στις μυστικές –και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας– έρευνες για τη λεγόμενη «δυναμική» του Αλέξη Τσίπρα. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε η προσδοκία μιας ενδεχόμενης επιστροφής, σήμερα κυριαρχεί η αμηχανία, αν όχι η απογοήτευση. Τα ευρήματα είναι αμείλικτα και αποτυπώνουν μια εικόνα σαφούς και πολυεπίπεδης υποχώρησης του πρώην πρωθυπουργού, τόσο σε ποσοτικά όσο και σε ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, στην πιο γενναιόδωρη δημοσκόπηση που έχει διεξαχθεί για λογαριασμό του τους τελευταίους μήνες, ο Αλέξης Τσίπρας μετά βίας αγγίζει το 8% στην εκλογική αποδοχή, ύστερα από μια πιθανή πολιτική επανενεργοποίηση. Σε άλλες μετρήσεις, τα ποσοστά κινούνται ακόμα χαμηλότερα, αποτυπώνοντας μια τάση που πλέον δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συγκυριακή. Πρόκειται για μια σταθερή και επίμονη φθορά, που δείχνει να έχει βαθιές ρίζες.

Ακόμη πιο ανησυχητικά για τον ίδιο και το περιβάλλον του είναι τα λεγόμενα «ποιοτικά στοιχεία». Δείκτες όπως η αξιοπιστία, η πειστικότητα, η ικανότητα διακυβέρνησης, αλλά και το ερώτημα αν «εκφράζει το μέλλον ή το παρελθόν», εμφανίζουν σαφή υποχώρηση. Ο Αλέξης Τσίπρας, που κάποτε συμβόλιζε το «νέο» και το «διαφορετικό», σήμερα καταγράφεται από μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος ως μια φθαρμένη πολιτική φιγούρα, άρρηκτα συνδεδεμένη με δύσκολες μνήμες, αντιφάσεις και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι, σε ορισμένες μετρήσεις, το υποθετικό –και ακόμη ανύπαρκτο σε οργανωτική βάση– κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού εμφανίζει καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά από εκείνα του πρώην πρωθυπουργού. Παρότι το συγκεκριμένο πολιτικό εγχείρημα βρίσκεται περισσότερο στη σφαίρα της κοινωνικής προσδοκίας μιας συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών παρά της πολιτικής πραγματικότητας, η σύγκριση από μόνη της λέει πολλά. Καταδεικνύει την έντονη ανάγκη του εκλογικού σώματος για άλλα πρόσωπα, διαφορετικό λόγο και μια άλλη αντισυστημική παρουσία, στοιχεία που δεν αποδίδονται πλέον στον Αλέξη Τσίπρα.

Η εικόνα αυτή δεν προέκυψε εν κενώ. Αντίθετα, αποτελεί το αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας πολιτικής φθοράς, που ξεκινά από την περίοδο της διακυβέρνησης και συνεχίζεται με την ήττα του 2023 και την παραίτησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Η αποχώρησή του, αν και παρουσιάστηκε ως μια γενναία πράξη πολιτικής ευθύνης, δεν συνοδεύτηκε ποτέ από μια σαφή αφήγηση αυτοκριτικής και ανανέωσης. Έτσι, αντί να λειτουργήσει λυτρωτικά, άφησε ανοιχτά ερωτήματα και ενίσχυσε την αίσθηση πολιτικής εκκρεμότητας.

Στο διάστημα που ακολούθησε, ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να επανατοποθετηθεί στον δημόσιο χώρο μέσα από πιο «θεσμικούς» και λιγότερο πολιτικούς ρόλους. Η ίδρυση του ινστιτούτου του και η συγκρότηση επιτροπής καθηγητών για τη διερεύνηση των προϋποθέσεων συνεργασίας της Κεντροαριστεράς παρουσιάστηκαν ως βήματα σοβαρότητας και στρατηγικής προετοιμασίας.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει η αίσθηση στους πολιτικούς παρατηρητές ότι το εγχείρημα καταφέρνει να δημιουργήσει πολιτικό ρεύμα και να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον της κοινωνίας.

Την ίδια στιγμή, ο πρώην πρωθυπουργός συνεχίζει τις παρουσιάσεις του βιβλίου του, με επόμενο σταθμό τα Ιωάννινα. Οι εκδηλώσεις αυτές, αν και συγκεντρώνουν ένα πιστό ακροατήριο, κάποιων εκατοντάδων πολιτών, δεν φαίνεται να μεταφράζονται σε ευρύτερη πολιτική απήχηση. Αντιθέτως, για πολλούς λειτουργούν περισσότερο ως υπενθύμιση ενός πολιτικού κύκλου που έχει κλείσει, παρά ως προοίμιο ενός νέου κεφαλαίου.

Στο εσωτερικό της Κεντροαριστεράς, η κατάσταση παραμένει ρευστή και κατακερματισμένη. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εδραιώσει τη θέση του, ο ΣΥΡΙΖΑ παλεύει με την εσωστρέφεια και την κρίση ταυτότητας, ενώ νέες κοινωνικές και πολιτικές πρωτοβουλίες αναδύονται εκτός παραδοσιακών κομματικών σχημάτων. Σε αυτό το τοπίο, ο Αλέξης Τσίπρας δυσκολεύεται να βρει τον ρόλο του. Δεν είναι πια ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης, αλλά ούτε και ένας ουδέτερος εγγυητής ενότητας.

Οι δημοσκόποι επισημαίνουν ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του πρώην πρωθυπουργού είναι η αδυναμία του να απευθυνθεί σε νεότερες ηλικίες. Εκεί όπου κάποτε κυριαρχούσε, σήμερα καταγράφει χαμηλά ποσοστά αποδοχής. Οι νέοι ψηφοφόροι φαίνεται να τον αντιλαμβάνονται ως μέρος του «παλιού συστήματος», ανεξαρτήτως του αντισυστημικού λόγου που υιοθέτησε στο παρελθόν.

Σε κάθε περίπτωση, τα δύσκολα είναι μπροστά για τον Αλέξη Τσίπρα. Οι αριθμοί δεν ευνοούν τα σενάρια άμεσης πολιτικής επιστροφής, ενώ η κοινωνική δυναμική δείχνει να κινείται προς άλλες κατευθύνσεις. Αν επιθυμεί πραγματικά να παραμείνει παίκτης στο πολιτικό παιχνίδι, θα χρειαστεί κάτι πολύ περισσότερο από βιβλιοπαρουσιάσεις και επιτροπές ειδικών. Θα χρειαστεί μια βαθιά αναθεώρηση, μια καθαρή αυτοκριτική και –κυρίως– μια πειστική απάντηση στο ερώτημα γιατί η κοινωνία να τον εμπιστευτεί ξανά.

Μέχρι τότε, η δημοσκοπική κατρακύλα δεν είναι απλώς ένα πρόσκαιρο φαινόμενο, αλλά μια σκληρή υπενθύμιση ότι στην πολιτική το παρελθόν βαραίνει, και η επιστροφή δεν είναι ποτέ δεδομένη.

Πάντως, το περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού αλλά και ο ίδιος μάλλον κατανοούν ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Αν στην αφετηρία σημειώνει αυτά τα χαμηλά ποσοστά, τότε, όταν η πόλωση θα κυριαρχήσει στον πολιτικό βίο –στην πορεία προς τις εκλογές– τα πράγματα γι’ αυτόν μπορεί να γίνουν μη αναστρέψιμα.