Η τουρκική ανακοίνωση για την απόφαση του υπουργείου Παιδείας να αναστείλει τη λειτουργία οκτώ μειονοτικών σχολείων στη Θράκη προφανώς και δεν προέκυψε ως κεραυνός εν αιθρία.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Από τη στιγμή που τα «ήρεμα νερά» αποτελούν παρελθόν με ευθύνη της Άγκυρας, η τουρκική πλευρά κάνει ό,τι χρειάζεται για να συντηρήσει την ένταση. Κι αν το συγκεκριμένο περιστατικό αποτελεί αφορμή για να σηκώσει τους τόνους, αυτό που αξίζει να παρατηρήσει κάποιος –πέρα από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης– είναι η χρονική συγκυρία την οποία επιλέγει για να επιτεθεί στην Αθήνα και να κάνει λόγο ακόμη και για «συστηματική παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάννης».

Διεθνές δίκαιο α λα καρτ

Δεν είναι συνεπώς απλώς σύμπτωση ότι η τουρκική ανακοίνωση έρχεται την ημέρα που συμπληρώνονται 52 χρόνια από την εισβολή στην Κύπρο και την έναρξη της παράνομης κατοχής, που η Τουρκία εξακολουθεί να επιχειρεί να παγιώσει σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, επιμένοντας στη ρητορική περί «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».

Εξάλλου, ενώ επικαλείται τη διεθνή νομιμότητα όταν τη διευκολύνει, αγνοεί συστηματικά αποφάσεις και ψηφίσματα της διεθνούς κοινότητας, βάζοντας ουσιαστικά εμπόδια σε κάθε προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Μιλούν δε για παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάννης οι εισβολείς της Κύπρου, οι οποίοι επιμένουν σχεδόν μισό αιώνα μετά την τραγωδία να κάνουν λόγο για «ειρηνευτική επιχείρηση», όπως ο Βλαντιμίρ Πούτιν χαρακτηρίζει «ειδική πολεμική επιχείρηση» την εισβολή και τον πόλεμο στην Ουκρανία!

Προφανώς η απόφαση του υπουργείου Παιδείας ουδόλως έχει σχέση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ή διενέξεις και αφορά μόνο δημογραφικά κριτήρια για τη συγχώνευση ή κατάργηση σχολικών μονάδων. Οπου δηλαδή τα παιδιά μειώνονται δραματικά, εκεί συγχωνεύονται ή κλείνουν σχολεία και αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τη Θράκη και τη μουσουλμανική μειονότητα, αλλά ολόκληρη την Ελλάδα.

Η Αγκυρα ωστόσο, κατά την πάγια πρακτική της, μιλάει με παρελκυστικό τρόπο για «τουρκική μειονότητα» και υποστηρίζει ότι θίγονται τα δικαιώματά της, παραβλέποντας το γεγονός ότι η ίδια ακριβώς πολιτική ακολουθείται από την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Αλλωστε, η Τουρκία επιδιώκει διαχρονικά να διεθνοποιεί κάθε θέμα που αφορά τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, παρουσιάζοντάς το ως δήθεν απόδειξη καταπάτησης δικαιωμάτων. Επιχειρεί έτσι να διαμορφώσει ένα αφήγημα περί «καταπιεζόμενης τουρκικής μειονότητας», παρότι η Συνθήκη της Λωζάννης κάνει λόγο για μουσουλμανική και όχι για εθνική μειονότητα. Και η επιλογή της συγκεκριμένης ορολογίας μόνο τυχαία δεν είναι, καθώς εντάσσεται στη συνολικότερη προσπάθεια της Αγκυρας να αποκτήσει αυξημένη επιρροή στην περιοχή και να διατηρεί ανοικτό ένα ακόμη μέτωπο πίεσης απέναντι στην Ελλάδα.

Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που η τουρκική διπλωματία αξιοποιεί εσωτερικές διοικητικές αποφάσεις της ελληνικής πολιτείας για να κατασκευάσει ένα αφήγημα περί δήθεν παραβίασης διεθνών συνθηκών. Αντίστοιχες κινήσεις έχουν επαναληφθεί και στο παρελθόν, κάθε φορά που οι διμερείς σχέσεις εισέρχονται σε περίοδο έντασης ή όταν η τουρκική ηγεσία επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση από ζητήματα στα οποία η ίδια βρίσκεται υπό πίεση. Πρόκειται δηλαδή για γνωστή τακτική επικοινωνιακής και διπλωματικής διαχείρισης, με στόχο όχι μόνο την εσωτερική κατανάλωση αλλά και τη δημιουργία εντυπώσεων στο εξωτερικό.

Νέος σχολικός χάρτης

Η πραγματικότητα είναι ότι η δημογραφική συρρίκνωση αποτελεί πρόβλημα για δεκάδες περιοχές της Ελλάδας και οι αλλαγές στον σχολικό χάρτη είναι αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης και όχι κάποιας πολιτικής διάκρισης. Από την άλλη πλευρά, όσο η Αγκυρα επιλέγει να εργαλειοποιεί ζητήματα που δεν σχετίζονται με τις διμερείς διαφορές, τόσο θα επιβεβαιώνει ότι στόχος της δεν είναι η ουσιαστική επίλυση προβλημάτων, αλλά η διατήρηση ενός κλίματος έντασης που εξυπηρετεί τις δικές της πολιτικές επιδιώξεις, θυμίζοντας έτσι το πρόσωπο του «Αττίλα» και όχι ενός… «καλού γείτονα».