Η προσπάθεια επαναλανσαρίσματος του Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να συναντά ανυπέρβλητα εμπόδια.

Η πολιτική επαναφορά ενός πρώην πρωθυπουργού είναι ένα αρκετά δύσκολο και συχνά αβέβαιο εγχείρημα, ιδίως όταν αφορά πρόσωπα που έχουν ταυτιστεί με μια ολόκληρη περίοδο διακυβέρνησης.

Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, η προσπάθεια επαναλανσαρίσματος φαίνεται να συναντά εμπόδια καθώς τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων αποτυπώνουν μια κοινωνία επιφυλακτική απέναντι στην επιστροφή του στο προσκήνιο.

Μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και την εκλογική ήττα του 2023, πολλοί εκτίμησαν ότι ο πρώην πρωθυπουργός θα περνούσε μια μακρά περίοδο «σιωπής» και αναστοχασμού.

Αντί γι’ αυτό, ύστερα από κάποιο διάστημα επέλεξε μια στρατηγική σταδιακής επανεμφάνισης, επενδύοντας στη συγγραφή και παρουσίαση της «Ιθάκης» με μια ρητορική που φιλοδοξεί να τον παρουσιάσει ως πιο ώριμο και… διαφορετικό πολιτικό.

Οι άσπονδοι σύντροφοί του μίλησαν για «προσπάθεια επιτηδευμένης φρεσκαδούρας» καθώς και για μια νέα εκδοχή του Τσίπρα, απαλλαγμένη από τα πολλά λάθη της διακυβέρνησης 2015-2019.

Σήμερα όμως η πολιτική πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο απαιτητική. Τα ποιοτικά δεδομένα των δημοσκοπήσεων δεν δείχνουν ευνοϊκό κλίμα υπέρ του. Αντιθέτως, σε αρκετές μετρήσεις κυριαρχούν λέξεις όπως «κόπωση», «δυσπιστία» και «ανακύκλωση προσώπων».

Στο επιτελείο του, σύμφωνα με πληροφορίες και εκτιμήσεις πολιτικών αναλυτών, η αρχική αισιοδοξία έχει δώσει τη θέση της σε εμφανή κατήφεια. Η προσδοκία ότι η απόσταση από την εξουσία θα λειτουργούσε εξαγνιστικά και θα δημιουργούσε νοσταλγικό ρεύμα δεν επιβεβαιώνεται στον βαθμό που αναμενόταν. Αντί για δυναμική επιστροφής, διαμορφώνεται μια εικόνα στασιμότητας.

Η στρατηγική των παρουσιάσεων του βιβλίου του εντάσσεται σε αυτή την προσπάθεια αναθέρμανσης της σχέσης με το κοινό. Οι εκδηλώσεις έχουν διπλό στόχο αφού φιλοδοξούν αφενός να προσδώσουν πολιτικό βάθος μέσα από την ανάλυση διεθνών και ευρωπαϊκών εξελίξεων, αφετέρου να λειτουργήσουν ως άτυπες πολιτικές συγκεντρώσεις. Ο επόμενος σταθμός, το Σάββατο στην Κοζάνη, αποκτά συμβολικό χαρακτήρα, καθώς η περιφέρεια αποτέλεσε στο παρελθόν προνομιακό πεδίο για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι καιροί όμως έχουν αλλάξει. Το πολιτικό τοπίο της Αριστεράς έχει κατακερματιστεί έτι περαιτέρω, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε στήριξη προς γνώριμες επιλογές και η αντιπολιτευτική ρητορική απαιτεί πειστικότητα και αυτοκριτική.

Για το rebranding στην πολιτική δεν αρκεί να αλλάξει το ύφος, πρέπει να απαντήσει και σε βαθύτερα ερωτήματα που αφορούν την αξιοπιστία του. Η περίοδος της διαπραγμάτευσης του 2015, το δημοψήφισμα, οι συμβιβασμοί με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η μετέπειτα εφαρμογή μνημονιακών πολιτικών έχουν αφήσει έντονο αποτύπωμα. Για ένα τμήμα της κοινωνίας, ο Α. Τσίπρας παραμένει ο πολιτικός των μεγάλων διαψεύσεων.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι διατηρεί ακόμη έναν πυρήνα υποστηρικτών που εκτιμούν την ικανότητά του να… αλλάζει πολιτικές θέσεις. Το ερώτημα είναι αν αυτός ο πυρήνας μπορεί να διευρυνθεί ή αν έχει φτάσει στα όριά του. Μέχρι στιγμής, τα ποιοτικά στοιχεία δεν δείχνουν δυναμική διεύρυνσης.

Η κατήφεια που αποδίδεται στο επιτελείο του δεν αφορά μόνο τα νούμερα αλλά και το αφήγημα. Το όποιο «καινούργιο» προϋποθέτει ρήξη με το παρελθόν. Όταν όμως ο ίδιος ο πρωταγωνιστής είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με εκείνο το παρελθόν, η απόσταση είναι δύσκολο να καλυφθεί.

Η παρουσία του στην Κοζάνη και σε άλλες πόλεις στη συνέχεια θα αποτελέσουν ένα ακόμη τεστ απήχησης· όμως οι παρουσιάσεις αυτές φαίνεται πως έχουν «κουράσει».

Πάντως ένα είναι βέβαιο με τα μέχρι τώρα δεδομένα: ότι το rebranding του Αλέξη Τσίπρα μοιάζει να φθάνει σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι καθώς είτε θα καταφέρει να επιβιώσει ως μια μικρή πολιτική έκφραση στον χώρο της Αριστεράς είτε θα καταγραφεί ως μια αποτυχημένη απόπειρα αναβίωσης ενός κύκλου που η κοινωνία θεωρεί ότι έχει ολοκληρωθεί.