Το εβραϊκό κράτος συμπληρώνει 78 χρόνια από την ίδρυσή του και προσπαθεί ακόμα μία φορά να αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα όσους απειλούν την ύπαρξή του.

Τελ Αβίβ, πλατεία Μαγκέν Νταβίντ (σ.σ.: Άστρο του Δαυίδ), 29 Νοεμβρίου 1947. Οι Εβραίοι της πόλης γιορτάζουν την υιοθέτηση του Ψηφίσματος 181 από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, που προέβλεπε τον τερματισμό της Βρετανικής Εντολής στην Παλαιστίνη και τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών στην περιοχή: ενός εβραϊκού και ενός αραβικού. Η Ιερουσαλήμ θα υπαγόταν σε διεθνές καθεστώς υπό τον ΟΗΕ.

Δεκατρία κράτη καταψήφισαν το «181», μεταξύ των οποίων τα έξι αραβικά (Αίγυπτος, Ιράκ, Λίβανος, Σαουδική Αραβία, Συρία, Υεμένη), καθώς και Ιράν, Αφγανιστάν, Ινδία, Πακιστάν, Κούβα, Ελλάδα και Τουρκία. Ωστόσο, το 1949 η Άγκυρα προχώρησε σε de jure αναγνώριση του Ισραήλ, καθιστάμενη η πρώτη μουσουλμανική χώρα που αναγνώρισε το εβραϊκό κράτος. Η Αθήνα ακολούθησε το 1990.

Την ώρα που οι ομοεθνείς τους πανηγύριζαν, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν έλεγε στον Σιμόν Πέρες: «Σήμερα χορεύουν στον δρόμο. Αύριο θα πρέπει να χύσουν το αίμα τους στον δρόμο» (βιβλίο «Δεν υπάρχει χώρος για μικρά όνειρα: Θάρρος, φαντασία και η δημιουργία του σύγχρονου Ισραήλ», Σιμόν Πέρες).

Η φρίκη του Ολοκαυτώματος

Άλλωστε είχαν μόλις συμπληρωθεί δύο χρόνια από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος, κατά τη διάρκεια του οποίου έξι εκατομμύρια Εβραίοι δολοφονήθηκαν από τη Ναζιστική Γερμανία λόγω της εθνοθρησκευτικής του καταγωγής. Ο αγώνας για επιβίωση είχε ήδη εγγραφεί στον εβραϊκό λειτουργικό κώδικα.

Ο Γκουριόν αποδείχθηκε προφητικός. Στις 14 Μαΐου 1948, ανέγνωσε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ στο Τελ Αβίβ και έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός της χώρας. Την επόμενη ημέρα, οι στρατιωτικές δυνάμεις των Αιγύπτου, Ιορδανίας, Λιβάνου, Ιράκ και Συρίας επιτέθηκαν στο Ισραήλ. Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας ήταν ο πρώτος από τους τέσσερις αραβοϊσραηλινούς πολέμους.

Οι Εβραίοι ανέμεναν τον πόλεμο και προετοιμάζονταν για αυτόν προ του ψηφίσματος. Ο Γκουριόν είχε αναθέσει στον Πέρες τη συγκέντρωση του απαραίτητου αμυντικού εξοπλισμού· κάτω από τα ραντάρ και άμεσα. Ενώ ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία είχαν επιβάλει εμπάργκο όπλων στη Μέση Ανατολή, η Σοβιετική Ένωση –μέσω Τσεχοσλοβακίας– παρείχε όπλα στους Εβραίους και υποστήριξε πολιτικά το ψήφισμα 181 στον ΟΗΕ.

Το Ισραήλ κέρδισε τον πρώτο του πόλεμο, καθώς και τους επόμενους: την Κρίση του Σουέζ (1956: κατέλαβε στρατιωτικά την έρημο του Σινά από την οποία αποχώρησε με σημαντικά ανταλλάγματα), τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967) και τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ (1973). Οι νίκες ανέδειξαν την αποφασιστικότητα και την ανθεκτικότητα μιας δημοκρατίας, οιονεί δυτικού τύπου, να επιβιώνει ανάμεσα σε μια πλημμυρίδα εχθρικών –προς αυτήν– αραβικών κρατών.

«Είμαι γνωστός ως ένας από τους πιο ένθερμους ειρηνιστές του Ισραήλ. Ωστόσο, τις δύο πρώτες δεκαετίες της καριέρας μου δεν τις πέρασα επιδιώκοντας την ειρήνη, αλλά προετοιμάζοντας τον πόλεμο. Η ειρήνη είναι ένας σκοπός – ένας στόχος που αξίζει να επιδιώξει κανείς, ενώ ο πόλεμος είναι μια λειτουργία που γεννιέται από μια απρόθυμη αναγκαιότητα», υπογράμμιζε στο βιβλίο του ο Πέρες, πρώην πρόεδρος, πρώην πρωθυπουργός και πρώην υπουργός (Εξωτερικών και Άμυνας) του Ισραήλ.

Σήμερα το Ισραήλ συμπληρώνει 78 χρόνια από την ίδρυσή του. Την προσεχή Δευτέρα η πρεσβεία του στην Αθήνα θα γιορτάσει την επέτειο στο Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδή. Αυτή θα είναι η τελευταία εκδήλωση υπό τον πρέσβη Νόαμ Κατς, ο οποίος τους επόμενους μήνες αποχωρεί. Στη θέση του, σύμφωνα με πληροφορίες του «Μανιφέστο», αναμένεται να τοποθετηθεί μια πολιτική αξιωματούχος –και όχι διπλωμάτης καριέρας– προσκείμενη στο κόμμα Λικούντ του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Πώς βρίσκει το Ισραήλ το 78ο έτος του; Μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου 2023, το Ισραήλ ξεκίνησε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον της παλαιστινιακής τρομοκρατικής οργάνωσης. Μέχρι την υπογραφή εκεχειρίας στις 10 Οκτωβρίου 2025, κατηγορήθηκε ακόμα για εγκλήματα πολέμου, κάτι που προσέφερε αμηχανία σε πολλούς από τους υποστηρικτές ή συμμάχους του, περιλαμβανομένης της Ελλάδας.

Επιπλέον, ύστερα από «αψιμαχίες» το 2024 και έναν ισραηλινοϊρανικό πόλεμο 12 ημερών τον Ιούνιο του 2025, στα τέλη Φεβρουαρίου Ισραήλ και ΗΠΑ επιτέθηκαν από κοινού στο Ιράν. Ταυτόχρονα, το Ισραήλ άρχισε να πλήττει στόχους της Χεζμπολάχ στο Λίβανο. Οι μαζικές καταστροφές στη χώρα, οι τουλάχιστον 1.700 νεκροί και οι περί το ένα εκατομμύριο εκτοπισμένοι οδήγησαν σε διεθνείς διαμαρτυρίες και διαβήματα, ακόμα και από την Αθήνα, που στηρίζει τη λιβανέζικη κυβέρνηση.

Πολλοί εκτίμησαν ότι μετά τον τελευταίο πόλεμο ο πολιτικός χάρτης και οι συμμαχίες στη Μέση Ανατολή θα αλλάξουν. Όμως, μέχρι στιγμής, και δεδομένης της ανθεκτικότητας που επέδειξε το Ιράν –τόσο στρατιωτικά όσο και διπλωματικά– δεν είναι σαφές ποια θα είναι η αλλαγή και αν θα είναι προς όφελος της Ιερουσαλήμ.

Οπωσδήποτε, η γεωγραφία και η δημογραφική σύνθεση της Μέσης Ανατολής δεν ευνοούν το Ισραήλ. Γι’ αυτό, αν δεν καταφέρει να βρει ένα modus vivendi με τους γείτονές του, η μαχητικότητα, η ανθεκτικότητα και η καινοτομία του ενδέχεται να μην αποδειχθούν επαρκείς συνθήκες επιβίωσης.