Η Ελλάδα εισέρχεται στην πιο κρίσιμη επενδυτική της περίοδο εδώ και δεκαετίες.
Το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ) και τοΤαμείο Ανάκαμψης, συνολικού ύψους άνω των 70 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2021-2027, αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τρίτο του ετήσιου ΑΕΠ της χώρας.
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν αυτά τα κεφάλαια μπορούν να απορροφηθούν και να αξιοποιηθούν, αλλά αν η παραγωγικότητα, η εξωστρέφεια και η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά.
Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σε ένα μέτρο: τον ρυθμό απορρόφησης των κεφαλαίων. Η ταχύτητα εκταμίευσης των κεφαλαίων θεωρείται μέτρο επιτυχίας. Αλλά η εκταμίευση των κεφαλαίων δεν είναι συνώνυμη με τον οικονομικό μετασχηματισμό. Η οικονομική αλλαγή δεν πηγάζει από την κατανομή των πόρων, αλλά από τη στρατηγική χρήση αυτών των πόρων.
Παρά τους διαδοχικούς κύκλους ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και σημαντικά σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024, το πραγματικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα ήταν περίπου 44–50% του μέσου όρου της Ευρωζώνης και το ΑΕΠ ανά απασχολούμενο περίπου 57–63% του μέσου όρου στις πιο πρόσφατες διαθέσιμες εκτιμήσεις.
Το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ παραμένει περιορισμένο, οι επιχειρήσεις είναι γενικά μικρές και η σύνδεση μεταξύ έρευνας και αγοράς είναι αδύναμη. Αυτό δείχνει ότι, ενώ η χρηματοδότηση έχει απορροφηθεί, δεν έχει μεταφραστεί πλήρως σε διαρθρωτικές αλλαγές.
Η επιμονή σε επιχορηγήσεις μικρής κλίμακας, η κατακερματισμένη δράση και η έλλειψη ουσιαστικής αξιολόγησης των αποτελεσμάτων έχουν διατηρήσει τη λογική της πολιτικής της Ελλάδας σε διοικητικό επίπεδο και όχι σε στρατηγικό. Αντίθετα, σε ορισμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, η χρηματοδότηση της ΕΕ χρησιμεύει ως εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής. Οι κοινοτικοί πόροι κατευθύνονται σε κλάδους με σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα, συνδέονται με μετρήσιμους δείκτες παραγωγικότητας και εξαγωγικής επίδοσης, ενισχύουν τη σύνδεση καινοτομίας και επιχειρηματικής κλιμάκωσης και συνοδεύονται από ουσιαστική ex-post αξιολόγηση επιπτώσεων. Η διαφορά δεν βρίσκεται στο ύψος των κονδυλίων, αλλά στη στρατηγική αρχιτεκτονική τους .
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιρλανδία. Η Ιρλανδία αξιοποίησε διαχρονικά τους πόρους των Διαρθρωτικών Ταμείων ως μοχλό βιομηχανικής πολιτικής, κατευθύνοντάς τους σε κλάδους με σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα, όπως οι φαρμακευτικές, η πληροφορική και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Οι παρεμβάσεις συνδέθηκαν με μετρήσιμους στόχους
εξαγωγικής επίδοσης, προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων και αύξησης παραγωγικότητας, ενισχύοντας παράλληλα τη διασύνδεση πανεπιστημίων πολυεθνικών επιχειρήσεων και την επιχειρηματική κλιμάκωση.
Ομοίως, η Πορτογαλία έχει ενισχύσει συστηματικά τους εξαγωγικούς της τομείς, συμπεριλαμβανομένων των γεωργικών προϊόντων, της υπόδησης και της τεχνολογίας, μέσω διαφόρων προγραμμάτων στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ). Η χρηματοδότηση συνδέεται με τη διεθνοποίηση, τη συμμετοχή σε διεθνείς αλυσίδες αξίας και την κλιμάκωση των επιχειρήσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών της Πορτογαλίας ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν αυξηθεί από περίπου 28% στις αρχές της δεκαετίας του 2010 σε πάνω από 45% τα τελευταία χρόνια.
Αυτά τα παραδείγματα δεν υποδηλώνουν ότι αυτές οι χώρες δεν αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Ωστόσο, καταδεικνύουν ότι η χρηματοδότηση της ΕΕ δεν είναι απλώς ένα εργαλείο ένεσης ρευστότητας, αλλά μάλλον ένα μέσο για την εφαρμογή συγκεκριμένων αναπτυξιακών στρατηγικών.
Η Ελλάδα χρειάζεται έναν ριζικό μετασχηματισμό. Τα ποσοστά απορρόφησης κονδυλίων δεν θα πρέπει να αποτελούν το μοναδικό μέτρο επιτυχίας. Κάθε έργο πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένους στόχους αύξησης παραγωγικότητας και εξαγωγών. Οι οριζόντιες επιδοτήσεις πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε στοχευμένες παρεμβάσεις σε τομείς όπου η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει βιώσιμο συγκριτικό πλεονέκτημα. Η διοικητική συμμόρφωση παρά τα γρήγορα βήματα προς την ψηφιοποίηση του κράτους, φέρει περιθώρια βελτίωσης. Οι θεσμικές αξιολογήσεις και τα μετρήσιμα αποτελέσματα πρέπει να δημοσιευτούν. Και, το πιο σημαντικό, ο κατακερματισμός πρέπει να εγκαταλειφθεί υπέρ ενός συνεκτικού εθνικού σχεδίου ανάπτυξης με σαφή ιεραρχία προτεραιοτήτων.
Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δεν είναι δημοσιονομική «ανάσα», αλλά μοχλός για την προώθηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Εάν μετά τη διάθεση άνω των 70 δισ. ευρώ η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλή παραγωγικότητα και περιορισμένη εξωστρέφεια, τότε δεν θα πρόκειται για τεχνική αστοχία.
Θα πρόκειται για αποτυχία στρατηγικής επιλογής.
Και σε ζητήματα στρατηγικής, η ευθύνη δεν είναι διαχειριστική είναι πολιτική.
* Η Ζωή Θεοδοσιάδου είναι Πολιτική επιστήμονας-Ιδρυτικό Μέλος Synergia


