Σε μόνιμη πηγή τοξικότητας εξελίσσεται η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, βλέποντας ότι πλέον το κόμμα της «εξαφανίζεται» στις δημοσκοπήσεις. Η παρουσία της στη Βουλή θυμίζει περισσότερο εικόνα ενός 15χρονου διακοψία που προσπαθεί να επιβάλλει τις απόψεις του ετσιθελικά, χωρίς να επιτρέπει στον οποιονδήποτε να αρθρώσει μια λέξη.

Συνεχείς καταγγελίες, υπονοούμενα και θεατρικές εξάρσεις, ένας συστηματικός μηχανισμός τοξικότητας αποτελούν την πολιτική της ατζέντα. Και βέβαια τα γεγονότα των τελευταίων ημερών με πρωταγωνίστρια την ίδια δεν αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσονται σε μια πάγια πολιτική πρακτική που επενδύει στη σύγκρουση και στην ένταση ως βασικό επικοινωνιακό μοχλό.

Σόου με την ΕΛ.ΑΣ.!

Πιο συγκεκριμένα, μετά τα όσα σημειώθηκαν στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας γνωστοποίησε, μέσω αναρτήσεων και βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ότι κάλεσε την Άμεση Δράση ζητώντας είτε περιπολικό είτε την παρέμβαση εισαγγελέα, ώστε να καταγραφεί καταγγελία της κατά του Γιώργου Ξυλούρη, γνωστού ως «Φραπέ». Παράλληλα, περιέγραψε δημόσια τις ενέργειες στις οποίες προέβη, τις επαφές που επιδίωξε με τον πρόεδρο της Βουλής και την εισαγγελική αρχή, καθώς και το γεγονός ότι περίμενε επί ώρες να προσέλθει αρμόδιος για να λάβει κατάθεσή της.

Η προσφυγή στη Δικαιοσύνη και στις αρμόδιες αρχές είναι απολύτως θεμιτή και θεσμικά κατοχυρωμένη. Εκείνο, ωστόσο, που προκάλεσε έντονο προβληματισμό ήταν ο τρόπος με τον οποίο η διαδικασία αυτή εξελίχθηκε σε δημόσιο αφήγημα σε πραγματικό χρόνο. Η καταγραφή της κλήσης στο 100, η ανάρτησή της στα social media και το αίτημα να μεταβεί περιπολικό στον τηλεοπτικό σταθμό όπου η ίδια έδινε συνέντευξη μετέτρεψαν μια σοβαρή θεσμική διαδικασία σε ένα τηλεοπτικό σόου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει στα social media.

Ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση προκάλεσαν οι αναφορές της ότι το περιπολικό έφτασε στον σταθμό, αλλά αποχώρησε κατόπιν υπόδειξης «κάποιου», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Τέτοιες αιχμές, όταν διατυπώνονται χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, αφήνουν σκιές και τροφοδοτούν την καχυποψία, χωρίς να ενισχύουν την ουσία της καταγγελίας. Αλλά εξαρχής αυτός ήταν ο στόχος της, να δημιουργήσει μια εύπεπτη ιστορία, προς τέρψιν του λαϊκισμού, στον οποίο έχει επενδύσει.

Το ίδιο μοτίβο έντασης και σύγκρουσης επαναλήφθηκε και στην υπόθεση της φράσης «σιγά μη σκίσετε κανένα καλσόν». Αντί να ζητήσει έστω μια συγγνώμη, επέλεξε να απαντήσει με όρους δήθεν ιδεολογικής αντιπαράθεσης, κάνοντας λόγο για «υποκριτικά ευαίσθητους» και αποδίδοντας σε όσους αντέδρασαν πολιτικά ή κοινωνικά κίνητρα.

Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη φράση έχει ταξική καταγωγή και λειτουργεί ως αντισύμβολο της αστικής ευπρέπειας, επικαλούμενη ιστορικές αναφορές από τον χώρο της γυναικείας εργατικής τάξης. «Σε απάντηση όλης αυτής της υποκριτικής πολιτικής ορθότητας που παρασύρει και ανθρώπους που θέλουν να υπερασπιστούν τα δικαιώματα. Έχω δώσει στη ζωή μου διαχρονικά πολλές μάχες για τα δικαιώματα, για να αφήσω να κακοποιούν την αλήθεια και την ιστορία κάποιοι ακραίοι φασίστες και σεξιστές», είπε χαρακτηριστικά.

Σε κάθε περίπτωση, πολιτικοί αναλυτές υπογραμμίζουν ότι όταν η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται με όρους διαρκούς έντασης και ηθικής υπεροχής, οδηγεί αναπόφευκτα σε πόλωση και υποβάθμιση του διαλόγου. Όταν κάθε διαφωνία παρουσιάζεται ως επίθεση και κάθε κριτική αντιμετωπίζεται ως εχθρική ενέργεια, τότε η πολιτική παύει να λειτουργεί συνθετικά και μετατρέπεται σε πεδίο μόνιμης σύγκρουσης.

Συκοφαντική δυσφήμηση

Σε αυτό το περιβάλλον, η ανακοίνωση της Μαρίας Συρεγγέλα ότι θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη για συκοφαντική δυσφήμηση, διευκρινίζοντας ότι τυχόν αποζημίωση θα διατεθεί σε συλλόγους κακοποιημένων γυναικών και θυμάτων βιασμού, δείχνει ότι οι απαντήσεις μπορούν να δοθούν θεσμικά, μακριά από τηλεοπτικά πάνελ, δημόσιες καταγγελίες και επικοινωνιακές κορυφώσεις.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές. Η πολιτική τοξικότητα δεν εκδηλώνεται μόνο με προσβολές ή ακραίες φράσεις, αλλά και με τη συστηματική εργαλειοποίηση της έντασης, της καταγγελίας και του διχαστικού λόγου. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση χάνει το μέτρο, το κόστος δεν το πληρώνουν οι αντίπαλοι, αλλά ο ίδιος ο δημόσιος διάλογος και, τελικά, η δημοκρατία. Η δημοκρατία χρειάζεται αντιπαράθεση, έλεγχο και διαφωνία. Δεν χρειάζεται όμως porca miseria on air.