Η αντιπολίτευση ζητάει τα ρέστα από το Μαξίμου για την καρατόμηση της Αμερικανίδας πρέσβειρας Κίμπερλι Γκιλφόιλ, λες και ο Κυριάκος Μητσοτάκης κρατάει το κλειδί του Λευκού Οίκου ή διορίζει το προσωπικό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Σε μια επίδειξη μοναδικής πολιτικής «υπερβολής», τα κόμματα της μειοψηφίας κατάφεραν ξανά να μετατρέψουν μια εσωτερική απόφαση της Ουάσιγκτον σε... μείζον ελληνικό σκάνδαλο, αναγκάζοντας τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη να εξηγεί τα αυτονόητα: ότι η Αθήνα δεν διοικεί τις ΗΠΑ.
Η στάση αυτή, ωστόσο, αναδεικνύει κάτι πολύ βαθύτερο και θλιβερό: το ιστορικό χαμηλό στο οποίο έχει κατρακυλήσει η αντιπολίτευση με αποκλειστική ευθύνη των ηγεσιών της. Εκεί που κάποτε η Βουλή ήταν πεδίο ιδεολογικών συγκρούσεων και σοβαρών γεωπολιτικών αναλύσεων, σήμερα βλέπουμε αρχηγούς και στελέχη κομμάτων να λειτουργούν ως σχολιαστές μεσημεριανών εκπομπών, επενδύοντας στη φθήνεια των εντυπώσεων και στην απόλυτη ισοπέδωση κάθε σοβαρότητας.
Η ιστορία θα μπορούσε να είναι ένα εξαιρετικό σενάριο για πολιτική επιθεώρηση. Ο Ντόναλντ Τραμπ βλέπει δημοσιεύματα για οικονομικές ατασθαλίες και ανάρμοστη συμπεριφορά, δηλώνει «δεν είμαστε ευχαριστημένοι», ο Λευκός Οίκος ζητάει την παραίτηση της Γκιλφόιλ και στην ελληνική Βουλή σημαίνει ομαδικός συναγερμός παρακρούσεως!
Το ΠΑΣΟΚ μέσω του Νίκου Ανδρουλάκη διέκρινε αμέσως «πολιτικό ζήτημα» για την κυβέρνηση, ανακαλύπτοντας ξαφνικά «συναλλακτική διπλωματία» και ζητώντας να ανοίξουν τα χαρτιά για τα ενεργειακά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη Ρένα Δούρου να βροντοφωνάζει βιβλικά ότι η ελληνική κυβέρνηση «εμετρήθη, εζυγίσθη και εβρέθη ελλιπής», απαιτεί εξηγήσεις για «παρεμβάσεις» στην ελληνική διοίκηση και στα εγχώρια επιχειρηματικά συμφέροντα.
Το ΚΚΕ δεν έχασε ευκαιρία να βγάλει το δικό του ιδεολογικό πόρισμα: ο Γιάννης Δελής δήλωσε ότι η αποπομπή εκθέτει «ανεπανόρθωτα» τη ΝΔ που της έπλεκε το εγκώμιο, ενώ δεν παρέλειψε να «στολίσει» και τα υπόλοιπα κόμματα του «ευρωατλαντικού τόξου» που έσπευσαν να της καταθέσουν τα διαπιστευτήριά τους.
Η Ελληνική Λύση και ο Κυριάκος Βελόπουλος το έριξαν στη λαϊκή σοφία διαπιστώνοντας με νόημα πως «όταν μαλώνουν τα βουβάλια την πληρώνουν τα βατράχια», ζητώντας παράλληλα εξηγήσεις για τον γεωπολιτικό «κάθετο διάδρομο».
Η Πλεύση Ελευθερίας διά της Ζωής Κωνσταντοπούλου ξεκαθάρισε σε αυστηρό τόνο ότι «αυτά τα πράγματα δεν τελειώνουν με μια παραίτηση» και ότι η Γκιλφόιλ θα κληθεί να δώσει εξηγήσεις, λες και η ελληνική δικαιοσύνη έχει δικαιοδοσία πάνω στους πρώην συμβούλους του Τραμπ.
Η Νέα Αριστερά με τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη και το κόμμα Νίκη συμπλήρωσαν το παζλ, μιλώντας για «διαπλοκή με επιχειρηματίες» και «πλήγμα στην ελληνική εξωτερική πολιτική», λες και η μοίρα του έθνους κρινόταν από τα δάνεια της Αμερικανίδας για το πολυτελές αυτοκίνητό της.
Το μοτίβο της αντιπολίτευσης έχει γίνει πλέον κουραστικά προβλέψιμο και φανερώνει μια βαθιά ένδεια επιχειρημάτων. Ό,τι κι αν συμβεί στον πλανήτη –από την παγκόσμια ακρίβεια μέχρι τις εσωτερικές εκκαθαρίσεις του Λευκού Οίκου– η ευθύνη πρέπει ντε και καλά να χρεωθεί στο Μέγαρο Μαξίμου. Αν αύριο βρέξει στην Ουάσιγκτον, είναι βέβαιο ότι όλα τα κόμματα μαζί θα ζητήσουν την παραίτηση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών επειδή δεν κράτησε ομπρέλα.
Εμείς, βέβαια, ως Έλληνες πολίτες, έχουμε μια φυσική τάση να αντιμετωπίζουμε με χιούμορ και ειρωνεία τις αστειότητες της αντιπολίτευσης. Διασκεδάζουμε με το πολιτικό θέατρο του παραλόγου, γελάμε με τις υπερβολές και κάνουμε memes στα social media.
Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια που ξεχνάμε: δεν είμαστε μόνοι μας στον κόσμο. Αυτή η ομαδική παράκρουση δεν μένει εντός των τειχών. Οι ξένες πρεσβείες, οι διεθνείς αναλυτές, οι σύμμαχοι και οι εταίροι μας παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στην Αθήνα. Και πιστέψτε μας, εκείνοι δεν γελάνε καθόλου. Αντίθετα, παρακολουθούν με έκπληξη και έντονο προβληματισμό το επίπεδο του πολιτικού προσωπικού της χώρας, αναρωτώμενοι πώς είναι δυνατόν θεσμικά κόμματα να στερούνται βασικής σοβαρότητας και να μετατρέπουν τη διπλωματία σε καφενειακό κουτσομπολιό.
Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται το ζήτημα από τις ηγεσίες των κομμάτων θυμίζει έντονα τις ένδοξες εποχές των μεσημεριανών lifestyle εκπομπών. Η εμμονή να συνδεθεί η ελληνική κυβέρνηση με τις εσωτερικές ίντριγκες του Τραμπ στερεύει κάθε πολιτική λογική και αγγίζει τα όρια της απόλυτης γραφικότητας, αποδεικνύοντας ότι ο πολιτικός λόγος έχει χάσει τη σοβαρότητά του και έχει γίνει φτηνό θέαμα.
Αντί η αντιπολίτευση να παράγει σοβαρή πολιτική πρόταση για τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών, προτιμά να αναλώνεται σε θεωρίες συνωμοσίας, μετατρέποντας το Κοινοβούλιο σε αρένα για gossip σχολιασμό επιπέδου... «Καρβέλα-Βίσση».
Μιας και το πήραμε το ποτάμι, ας το τερματίσουμε! Προτείνουμε στην επόμενη συνεδρίαση της Ολομέλειας η αντιπολίτευση να καταθέσει επίσημη επερώτηση για το αν η διαμάχη της Άννας και του Νίκου επηρεάζει τις εξαγωγές της φέτας. Ζητάμε επίσης να κληθεί στην Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας ο ίδιος ο Νίκος Καρβέλας, ώστε να αναλύσει αν το τραγούδι «Ο τελευταίος χορός» ήταν τελικά μια κρυφή γεωπολιτική προειδοποίηση για την καρατόμηση της Γκιλφόιλ.
Μέχρι τότε, όσο σύσσωμη η αντιπολίτευση αρνείται να κατανοήσει τον θεσμικό ρόλο της και επιμένει σε αυτή την ομαδική παράκρουση για να δημιουργήσει εντυπώσεις, το μόνο που καταφέρνει είναι να επιβεβαιώνει τη δική της έλλειψη σοβαρότητας. Όταν η πολιτική διολισθαίνει στον λαϊκισμό της κλειδαρότρυπας, η λύση για τις ανησυχίες των ηγετών της δεν βρίσκεται στα έδρανα της Βουλής, αλλά σε κάποιο γραφείο με έναν πολύ αναπαυτικό ψυχιατρικό καναπέ. Ζήτω η τρέλα, λοιπόν, και καλή μας τηλεθέαση (ή μάλλον, καλή μας διεθνής ξεφτίλα)!