Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έφτασε στην Ελλάδα την 1η Νοεμβρίου 2025. Την περασμένη Τρίτη, προτού συμπληρώσει έναν χρόνο ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, παραιτήθηκε κατόπιν απαίτησης του Λευκού Οίκου. Μάλιστα, ο Ντόναλντ Τραμπ, στο στενό περιβάλλον του οποίου η ίδια ανήκε, επιχείρησε να κρατήσει σαφείς αποστάσεις.
Το ζήτημα με την κ. Γκιλφόιλ δεν αφορούσε την αισθητική. Εξάλλου, από τον Δεκέμβριο του 2024, όταν ο νεοεκλεγείς πρόεδρος ανακοίνωσε ότι προτίθεται να τη διορίσει πρέσβη εκ προσωπικοτήτων στη χώρα μας, ο τρόπος που θα κινούταν δημοσίως –βάσει βιογραφικού– ήταν μάλλον αναμενόμενος.
Γι’ αυτό τα μπουζούκια, οι κοσμικές έξοδοι, οι άλλοτε φαντεζί και πληθωρικές παρουσίες της δεν ενοχλούσαν την Αθήνα. Αλλωστε, εκπροσωπούσε ξένη χώρα.
Πρωτοφανείς καταγγελίες
Το πρόβλημα δημιουργήθηκε με την πολιτική και την παρασκηνιακή πρακτική της κ. Γκιλφόιλ ως Αμερικανίδας πρέσβεως στην Ελλάδα. Και από τη δράση αυτή, που αντέβαινε στη διπλωματική πρακτική και όχι μόνο, προέκυψε σωρεία σοβαρών και πρωτοφανών καταγγελιών εναντίον της. Με αποτέλεσμα να συμβεί το πρωτοφανές: η παραίτηση Αμερικανού πρέσβη από την Αθήνα για λόγους ανάρμοστης συμπεριφοράς.
Οι καταγγελίες εναντίον της κ. Γκιλφόιλ, που έφεραν στο φως διεθνή μέσα ενημέρωσης με αιχμή τη «Wall Street Journal» και οδήγησαν στην καρατόμησή της, αφορούσαν μεταξύ άλλων:
- τη φερόμενη προειδοποίησή της προς τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, για τη δυνατότητα ανατροπής της ελληνικής κυβέρνησης,
- την αποδοχή αθέμιτων ωφελημάτων και υπηρεσιών από Ελληνες επιχειρηματίες,
- την ανάρμοστη συμπεριφορά της απέναντι στο προσωπικό της πρεσβείας,
- πιθανή σύγκρουση συμφερόντων σε ενεργειακές συμφωνίες στην Ελλάδα,
- και, τέλος, το ότι φέρεται να ζήτησε χρήματα από τον δωρητή του Τραμπ, Ερικ Ντίτερς, με αντάλλαγμα πρόσβαση σε αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η ίδια πάντως αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τες ψευδείς.
Μέχρι τον ορισμό νέου πρέσβεως, της Αμερικανικής Πρεσβείας ηγείται ως επιτετραμμένος ο αναπληρωτής επικεφαλής (Deputy Chief of Mission), Τζος Χακ, διπλωμάτης καριέρας και καλός γνώστης των θεμάτων της περιοχής.
Ψάχνουν αντικαταστάτη
Αναφορές από την Ουάσιγκτον φέρουν τον πρόεδρο Τραμπ να εξετάζει τον διορισμό και πάλι ενός προσώπου του στενού του περιβάλλοντος, ενώ ο Ρούμπιο προκρίνει τη λύση διπλωμάτη καριέρας. Φυσικά, υπάρχει και το ενδεχόμενο αναβάθμισης του κ. Χακ σε πρέσβη.
Σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνση της Αμερικανίδας πρέσβεως θα αφήσει ακέφαλη την πρεσβεία και αυτό δεν ικανοποιεί την Αθήνα. Το ίδιο είχε συμβεί για 11 μήνες το 2025, καθώς ο προκάτοχός της, επίσης πολιτικά διορισθείς, Γιώργος Τσούνης, αποχώρησε τον Ιανουάριο του 2025.
Παρότι διπλωματικές πηγές επέμεναν στο «ουδέν σχόλιον» για τις εξελίξεις, το γεγονός ότι σε μια κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία η πρεσβεία των ΗΠΑ θα μείνει χωρίς πρέσβη προκαλεί προβληματισμό. Ουσιαστικά, δεν θα υπάρχει ο άνθρωπος που, θεωρητικά, θα μπορούσε να σηκώσει το τηλέφωνο και να καλέσει τον Αμερικανό πρόεδρο σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική κρίση.
Ο Μπάρακ κινείται δυναμικά στην Αγκυρα
Πόσο μάλλον όταν, την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αγκυρα και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, στενός φίλος του Αμερικανού προέδρου, κινείται δυναμικά και χωρίς καμία τροχοπέδη για την ανάπτυξη των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, είναι ασαφές ποια από τις δύο ατζέντες, την αμερικανική ή την τουρκική, προωθεί περισσότερο.
Σημειωτέον ότι για τη δράση του Μπάρακ έχουν εκφραστεί ενοχλήσεις όχι μόνο από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αλλά και από Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές.
Κυβέρνηση: Ουδέν σχόλιο
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, μιλώντας χθες στον ΣΚΑΪ, επανέλαβε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση Γκιλφόιλ και, ως εκ τούτου, δεν έχει να κάνει κανένα σχόλιο.
«Οι σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, και αυτό θα συνεχιστεί, γιατί θα συνεχιστούν και όλες οι πολύ μεγάλες πρωτοβουλίες, αυτονοήτως. Εμείς οφείλουμε να συνεργαζόμαστε με όλα εκείνα τα πρόσωπα, τα οποία επιλέγει η κυβέρνηση των ΗΠΑ για να υλοποιούνται όλες αυτές οι μεγάλες πρωτοβουλίες», πρόσθεσε.
Η αναφορά στις μεγάλες πρωτοβουλίες, ήτοι αμυντική και ενεργειακή συνεργασία με την Ουάσιγκτον, δεν ήταν τυχαία. Διότι, σύμφωνα με αξιωματούχους, υπάρχει ανησυχία ότι ορισμένα κρίσιμα προτάγματα στις ελληνοαμερικάνικες σχέσεις μπορεί να πάνε πίσω λόγω των εξελίξεων.
Από την πλευρά τους, τα κόμματα της αντιπολίτευσης εξαπέλυσαν πυρ ομαδόν στην κυβέρνηση. «Σκοπεύει η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή παράσταση προς τις ΗΠΑ ή θα αρκείται να παρακολουθεί τη χώρα να προσφέρεται ως “θέατρο” για οικονομικές και επιχειρηματικές μάχες συμφερόντων;», σχολίασε ο βουλευτής Επικρατείας και τομεάρχης Εξωτερικής Πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρης Μάντζος.
«Η χώρα θα πρέπει μεν να διατηρεί τις στρατηγικές της σχέσεις με τις ΗΠΑ, αλλά με σαφείς κόκκινες γραμμές, όχι με όρους δεδομένου συμμάχου, αλλά στη βάση του αμοιβαίου οφέλους», ανέφεραν από την ΕΛΑΣ, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε ότι η εξωτερική πολιτική «δεν ασκείται με όρους δημοσίων σχέσεων, ούτε μπορεί να υποτάσσεται σε ξένα και εγχώρια επιχειρηματικά συμφέροντα».