Το συμπέρασμα, όπως προκύπτει και από τις δημοσκοπήσεις, πως το ΠΑΣΟΚ «δεν κατορθώνει να πείσει κανέναν» υπογραμμίζει ο Ζαχαρίας Ζούπης.

Σε ανάλυσή του στο marketnews.gr, με αφορμή και πρόσφατη έρευνα σε 1.000 ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ για το DNews.gr, o διευθυντής Ερευνών της Opinion Poll και πολιτικός αναλυτής, τονίζει συγκεκριμένα: «Το ΠΑΣΟΚ το κόμμα που κυβέρνησε την χώρα στα μισά χρόνια της αντιπολίτευσης βασισμένο σε μια προωθητική συμφωνία που ικανοποιούσε Κεντρώους και κεντροαριστερούς δεν κατορθώνει να πείσει κανέναν, αφού έχει ένα θολό στίγμα, μπερδεμένη στρατηγική και δεν πείθει ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση». Υπογραμμίζει δε ότι το κόμμα βρίσκεται πια σε πολύ κρίσιμο σημείο για την μελλοντική του πορεία. 

Ενώ καταθέτει το παράδοξο, το ΠΑΣΟΚ «να εμφανίζεται ως κόμμα που δεν μπορεί να συζητήσει και μέσα από συμφωνίες και αντιθέσεις να καταλήξει σε μια προωθητική σύνθεση. Αποτελεί παράδοξο να κυριαρχεί η συζήτηση για τον περίεργο λογάριθμο για την εκλογή συνέδρων, δίνοντας σαφώς το μήνυμα ότι το βασικό που ενδιαφέρει είναι η μάχη των συσχετισμών».

Αναλυτικά ο Ζαχαρίας Ζούπης τονίζει:

«Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται πια σε πολύ κρίσιμο σημείο για την μελλοντική του πορεία.

Ποια δεδομένα στοιχειοθετούν αυτή την εκτίμηση;

Πρώτον, έχει χάσει τέσσερις μονάδες από τον Ιανουάριο του 2025 σύμφωνα με τις μετρήσεις όλων των εταιρειών δημοσκοπήσεων. Η φράση «η βελόνα κόλλησε» ισχύει μόνο αν δεις τις δημοκοπικές επιδόσεις του ΠΑΣΟΚ από τον Μάιο-Ιούνιο και μετά. Είχε προηγηθεί μια σημαντική πτώση τους πρώτους δύο μήνες και βεβαίως από τον Δεκέμβριο φαίνεται «η βελόνα να ξεκόλλησε», αλλά για να πέσουν κι άλλο τα ποσοστά από 0.5% έως και 1.5% από έρευνα σε έρευνα. Άλλωστε υπήρχε μια περίοδος -την περίοδο των συλλαλητηρίων για τα Τέμπη- που το είχε περάσει η Πλεύση Ελευθερίας. Επέστρεψε στην δεύτερη θέση βασικά λόγω πτώσης των ποσοστών της ΠΛΕΥΣΗΣ και όχι τόσο λόγω ανόδου δικής του. Απέχει έτσι από την πρώτη Ν.Δ 16% κατά μέσο όρο στην εκτίμηση ψήφου.

Δεύτερον, έχει υποχωρήσει πολύ στον νευραλγικό χώρο του Κέντρου στον οποίο είχε περάσει τη ΝΔ στις ευρωεκλογές του 2024 λόγω σημαντικής πτώσης της ΝΔ, θέση στην οποία διατηρήθηκε δημοσκοπικά μέχρι τον Δεκέμβριο, για να παραχωρήσει και πάλι την πρωτιά στην ΝΔ. Το σημαντικό είναι ότι ενώ έχασε δυνάμεις στον χώρο του Κέντρου, η όποια «αριστερόστροφη» στροφή του δεν φαίνεται να υπάρχουν οφέλη από τα άλλα κόμματα της Κεντροαριστεράς και μάλιστα σε μια περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ κατακρημνιζόταν.

Πώς λοιπόν να ανεβαίνει ένα κόμμα που πέραν της υψηλής συσπείρωσης που εμφανίζει, δεν εμφανίζει οφέλη σε μια περίοδο από την μια με την κυβέρνηση σε πολύ δύσκολη θέση και από την άλλη από τον χώρο της Κεντροαριστεράς που βιώνει διαλυτικά φαινόμενα; Ασφαλώς δεν γίνεται, δεν μπορεί να συμβεί.

Το ΠΑΣΟΚ το κόμμα που κυβέρνησε την χώρα στα μισά χρόνια της αντιπολίτευσης βασισμένο σε μια προωθητική συμφωνία που ικανοποιούσε κεντρώους και κεντροαριστερούς δεν κατορθώνει να πείσει κανέναν, αφού έχει ένα θολό στίγμα, μπερδεμένη στρατηγική και δεν πείθει ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση.

Η τακτική του επηρεασμένη από ένα αντιμητσοτακισμό που συχνά είναι ισοπεδωτική, δεν πείθει, δεν αναδεικνύει στοιχεία μίας νέας πορείας της χώρας, το σπρώχνει σε ένα χώρο που δεν έχει ελπίδες αφού τον εκφράζουν άλλες δυνάμεις. Η κοινοβουλευτική στάση του «τα καταψηφίζω όλα» επηρεάζεται από τον ισοπεδωτισμό άλλων, από την λαϊκίστικη και ανορθολογική στάση άλλων δυνάμεων και το κάνει μη αναγνωρίσιμο κόμμα ως κόμμα εξουσίας και όχι κόμμα διαμαρτυρίας.

Από τη μη ψήφιση της δυνατότητας ίδρυσης μη Κρατικών Πανεπιστημίων (νόμος Πιερρακάκη), της επιστολικής ψήφου των αποδήμων για τις ευρωεκλογές και από την όποια εμπλοκή του στην ξυλολιάδα, έφτασε να καταψηφίζει το νομοσχέδιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις όταν στους δύο από τους κοινωνικούς εταίρους που την συνυπόγραψαν (ΓΣΕΕ και ΓΣΕΒΕΕ) ηγούνταν δύο κορυφαία στελέχη του (Παναγόπουλος, Καββαθάς). Το μήνυμα επομένως που εκπέμπει είναι προβληματικό.

Στην πρόσφατη έρευνα της OPINION POLL σε 1.000 ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ για το DNews.gr, το 60.3% δήλωνε μη ικανοποιημένο από την αντιπολιτευτική πολιτική του και αυτό οδηγεί το 32% να απαντά ως λίγο και καθόλου πιθανό να το ξαναψηφίσουν. Είναι φανερό ότι ένα τμήμα του έχει πάρει «διαζύγιο» από το ΠΑΣΟΚ. Οι μεγαλύτερες απώλειές του προέρχονται από τον χώρο του Κέντρου, αφού μελετώντας τις διαρροές του και από τις πανελλαδικές έρευνες το 8%-9% των δυνάμεών του ήδη λένε ότι θα ψηφίσουν ΝΔ ενώ το 18%-19% προτιμά τον Κ. Μητσοτάκη ως πρωθυπουργό. Ταυτόχρονα, περίπου οι δύο στους τρεις ψηφοφόρους του δεν πιστεύουν ότι μπορεί το ΠΑΣΟΚ να βγει πρώτο κόμμα, ενώ συνολικά στην κοινή γνώμη μόνο το 4.6% πιστεύει ότι μπορεί να βγει πρώτο κόμμα και το 5%-6% επιλέγει τον Νίκο Ανδρουλάκη ως καταλληλότερο για πρωθυπουργό. Τι σημαίνει αυτό; Ότι πέραν των άλλων προβλημάτων φυσιογνωμίας και πολιτικής κατεύθυνσης που έχει, «ξεμένει» ένα ολόκληρο χρόνο πριν τις βουλευτικές εκλογές από εκλογικό στόχο όπως τον έχει διατυπώσει. Ελάχιστοι πιστεύουν ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναδειχθεί πρώτο και αυτό υπονομεύει και την συνοχή του. Ας σημειωθεί δε, ότι όλα αυτά τα αρνητικά μηνύματα έρχονται πριν εμφανιστούν τα νέα κόμματα (Τσίπρα, Καρυστιανού) που κι αυτά θα το επηρεάσουν λίγο ή πολύ.

Με αυτά τα δεδομένα προχώρησε προς το Συνέδριό του και θα περίμενε κανείς ότι αυτά θα τεθούν στην βάση ενός κειμένου απολογισμού και προτάσεων σε δημόσια διαβούλευση για προβληματισμό, για να παρθούν κρίσιμες αποφάσεις. Δεν συμβαίνει όμως ούτε και τώρα αυτό. Αντίθετα κατηγορούνται περίπου ως υπονομευτές στελέχη του που μπορεί να έχουν κάποιες απόψεις με τις οποίες η ηγεσία του διαφωνεί. Αποτελεί παράδοξο ειδικά για το ΠΑΣΟΚ που γνωρίσαμε ως ένα κόμμα κραταιό και ζωντανό, να εμφανίζεται ως κόμμα που δεν μπορεί να συζητήσει και μέσα από συμφωνίες και αντιθέσεις να καταλήξει σε μια προωθητική σύνθεση. Αποτελεί παράδοξο να κυριαρχεί η συζήτηση για τον περίεργο λογάριθμο για την εκλογή συνέδρων, δίνοντας σαφώς το μήνυμα ότι το βασικό που ενδιαφέρει είναι η μάχη των συσχετισμών. Έτσι δεν βγαίνει άκρη και το μέλλον είναι αβέβαιο.

Τι θα γίνει τελικά θα το δούμε και ο χρόνος είναι αμείλικτος, οι πολίτες «δεν παντρεύονται » πια κανένα και μετακινούνται πολύ εύκολα μέσα σε συνθήκες μεγάλης ρευστότητας. Ας μη βιαστούμε επομένως και δεν είναι λίγοι αυτοί που θα ήθελαν ένα ΠΑΣΟΚ ισχυρό, σύγχρονο, με σαφή απάντηση με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει, με καθαρή στρατηγική.

Άλλωστε η χώρα έχει ανάγκη δύο κόμματα που θα προχωράνε με ορθολογισμό και λογική, ως βασικοί πυλώνες της Δημοκρατίας, σ΄αυτές τις εποχές που η πολιτική παράνοια, η τοξικότητα, η εχθροπάθεια και ο λαϊκισμός επανεμφανίζονται.