Σύσσωμη –σχεδόν– η αντιπολίτευση, μετά την ανακοίνωση των μέτρων από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έχει βγει και καταγγέλλει ότι αυτά που δίνονται είναι ψίχουλα καθώς και ότι η κυβέρνηση υπερφορολογεί και επιστρέφει λίγα στους πολίτες.

Η λογική τού δώσ’ τα όλα μπαίνει μία ακόμη φορά στην αντιπολιτευτική ατζέντα, ενώ κόμματα και αρχηγοί μοιράζουν και πάλι δισεκατομμύρια απευθυνόμενοι στους πολίτες. Ουσιαστικά, τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται να υποστηρίζουν πως υπάρχουν κάπου και άλλα χρήματα κρυμμένα και η κυβέρνηση δεν τα επιστρέφει στους πολίτες διότι μάλλον δεν θέλει να είναι αρεστή.

Η αλήθεια είναι όμως πως από το 2019 ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν σαφής –και στις δεσμεύσεις του πριν από τις τότε εκλογές– σημειώνοντας πως δεν προτίθεται να υποθηκεύσει το μέλλον της χώρας για κανέναν λόγο. Ηταν επίσης σαφής πως δεν προτίθεται να υποσχεθεί ή να δώσει παραπάνω από αυτά που θα μπορεί στο πλαίσιο και των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ που υποχρεούται να εφαρμόζει και η χώρα μας. Αυτό κάνει. Και το κάνει με τρόπο που να διαχέεται η επιστροφή του μερίσματος της σταθεροποίησης και της ανάπτυξης της οικονομίας, αν και είναι λογικό και αναμενόμενο να γίνεται με τρόπο που πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν τόσο τις διεθνείς εξελίξεις και τις κρίσεις όσο και το να υπάρχει και κάποια… καβάντζα στην άκρη, που λένε, για να μπορεί να αντιμετωπίσει το κράτος έκτακτες ανάγκες.

Δεν υπάρχει πολιτικός που να μη θέλει το… ωσαννά όπως αυτό προκύπτει από τη λογική τού δώσ’ τα όλα. Τη λήψη μέτρων με πρόσκαιρο όμως πολιτικό όφελος αλλά και πρόσκαιρο όφελος για τους ίδιους τους πολίτες και κατ’ επέκταση τη χώρα.

Εχουν ήδη ακουστεί πολλά για το υπερπλεόνασμα. Κυκλοφορούν στον αέρα κάποια δισ. ευρώ χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι οροφές ως προς τις δαπάνες που μπορεί το κράτος να κάνει σε επίπεδο στήριξης. Το ίδιο ισχύει και ως προς τις καταγγελίες για την πρόωρη αποπληρωμή χρέους που η κυβέρνηση υλοποιεί με γνώμονα την ελάφρυνση των πολιτών.

Η αναφορά του Παύλου Μαρινάκη στην παρακαταθήκη αυτής της κυβέρνησης είναι ίσως η απάντηση σε όλα όσα λέγονται. Μια παρακαταθήκη που αφορά τους νεότερους, τα παιδιά τους, ίσως και κάποιους παλαιότερους αφού στόχος είναι να μη μετακυλίονται χρέη και υποχρεώσεις όπως έγινε όλα τα προηγούμενα χρόνια με αποτέλεσμα και την υπερδεκαετή κρίση που έπληξε τη χώρα. Αν υπάρχει κάτι που θα μείνει είναι αυτό.

Με τη μείωση του χρέους και κυρίως με το γεγονός πως η χώρα εμφανίζεται να ζει από τα δικά της έσοδα. Να καλύπτει τις ανάγκες και να μπορεί να στηρίζει και την κοινωνία, να διατηρεί την κοινωνική συνοχή χτίζοντας το αύριο.

Αν υπάρχει και κάτι ακόμη που θα μείνει είναι και το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια όταν οι πολίτες ακούν για τη λήψη μέτρων γνωρίζουν πως πρόκειται για μέτρα στήριξης και ενίσχυσης του εισοδήματός τους και όχι νέους φόρους, μειώσεις συντάξεων και μισθών, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Ναι, η αντιπολίτευση δεν επιδιώκει να βρει κάτι θετικό αφού αυτό που επιθυμεί είναι να χαρακτηριστεί η ίδια ως αυτή που θα δώσει λύσεις και να διεκδικήσει τη νίκη στις επόμενες εκλογές. Θεμιτό. Ομως άλλο αυτό και άλλο να εμφανίζει τη χώρα στο χείλος της καταστροφής, αλλά την ίδια στιγμή να υποστηρίζει πως υπάρχουν περιθώρια να δοθούν πολύ περισσότερα.

* To άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»