Η έννοια της Δύσης υπήρξε για οκτώ δεκαετίες κάτι περισσότερο από γεωγραφικός προσδιορισμός.

Ήταν στρατηγική ταυτότητα, θεσμική αρχιτεκτονική, οικονομική συμμαχία και αμυντική ομπρέλα. Από το Σχέδιο Μάρσαλ και το ΝΑΤΟ μέχρι το σύστημα του Bretton Woods –τη συμφωνία του 1944, που θεμελίωσε το μεταπολεμικό διεθνές νομισματικό σύστημα, δημιούργησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα και κατοχύρωσε τον κεντρικό ρόλο του δολαρίου– η διατλαντική σχέση αποτέλεσε τον ακλόνητο πυρήνα της παγκόσμιας τάξης.

Σήμερα, αυτό το οικοδόμημα όχι μόνο δεν δοκιμάζεται, αλλά εισέρχεται σε μια φάση δομικής ρήξης, όπου οι παλαιές βεβαιότητες παραχωρούν τη θέση τους σε μια νέα, πιο ψυχρή και συναλλακτική πραγματικότητα.

Η πολιτική Τραμπ –με έμφαση στους δασμούς, στην επιθετική εμπορική διαπραγμάτευση και την αμφισβήτηση της άνευ όρων αμερικανικής δέσμευσης στο ΝΑΤΟ– δεν αποτελεί μια παροδική παρένθεση. Λειτουργεί ως καταλύτης μιας ιστορικής μετάβασης και εκφράζει μια ευρύτερη αμερικανική αναθεωρητική τάση: Από τη Δύση της θεσμικής αλληλεγγύης στη Δύση της συναλλακτικής ισχύος.

Αμερικανικά think tanks, όπως το Heritage Foundation, ερμηνεύουν τη στροφή αυτή ως αναγκαία επαναφορά της εθνικής προτεραιότητας των ΗΠΑ. Αντίθετα, αναλυτές του Brookings και του Council on Foreign Relations προειδοποιούν ότι η εργαλειοποίηση των συμμαχιών υπονομεύει τη διατλαντική εμπιστοσύνη και ωθεί την Ευρώπη σε μια αναγκαστική –και συχνά επώδυνη– χειραφέτηση.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το European Council on Foreign Relations καταγράφει την επιτάχυνση της «στρατηγικής αυτονομίας». Η συζήτηση για κοινά εξοπλιστικά προγράμματα και ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας έχει μετακινηθεί από τη θεωρία στην πράξη, καθώς το Chatham House επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα για την αμερικανική ομπρέλα λειτουργεί ως ιστορικός επιταχυντής.

Ωστόσο, η αυτονομία δεν περιορίζεται στα όπλα. Επεκτείνεται στη βιομηχανική πολιτική και την τεχνολογική κυριαρχία (από τους ημιαγωγούς και τις εφοδιαστικές αλυσίδες μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη), όπου η Ευρώπη καλείται να χαράξει δική της στρατηγική ανάμεσα στον αμερικανικό προστατευτισμό και στην κινεζική επέλαση.

Ενα επιπλέον ερώτημα που δημιουργείται είναι αν η γηραιά ήπειρος μπορεί να αντέξει το οικονομικό βάρος αυτής της μετάβασης. Οι τεράστιες επενδύσεις που απαιτούνται σε άμυνα, καινοτομία και επανεθνικοποίηση κρίσιμων παραγωγικών τομέων συγκρούονται με τις δημοσιονομικές παραδόσεις και τις εσωτερικές ισορροπίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δημιουργώντας ένα στρατηγικό δίλημμα ανάμεσα στη σταθερότητα και την επιβίωση.

Η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο βήμα. Πλέον, η αναζήτηση νέων αξόνων σταθερότητας είναι εμφανής. Η κινητικότητα της Γερμανίας προς την Κίνα και η ενίσχυση των σχέσεων της ΕΕ με την Ινδία υποδηλώνουν ότι οι Ευρωπαίοι αναζητούν εναλλακτικές ισορροπίες εκτός ΗΠΑ. Ακόμη και το Λονδίνο, παρά την ιστορική «ειδική σχέση» με την Ουάσιγκτον, επιχειρεί εμπορική διαφοροποίηση, για να αντισταθμίσει την απρόβλεπτη φύση της αμερικανικής πολιτικής.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι νέοι ενεργειακοί και εμπορικοί διάδρομοι της Νοτιοανατολικής Ευρώπης αποκτούν γεωπολιτική σημασία, που υπερβαίνει την οικονομική τους διάσταση, εντασσόμενοι σε μια ευρύτερη προσπάθεια αναδιάταξης ισορροπιών.

Την ίδια στιγμή, ο ευρωπαϊκός πολιτικός χάρτης μεταβάλλεται. Η άνοδος εθνικιστικών και ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων, αλλά και η μεταφορά της αμερικανικής εσωτερικής πόλωσης στο ευρωπαϊκό πεδίο –μέσω δημόσιων παρεμβάσεων, που έχουν πολιτική σημειολογία– εντείνουν τον κατακερματισμό. Η διατλαντική σχέση δοκιμάζεται, όχι μόνο σε επίπεδο στρατηγικής, αλλά και στο επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας και της θεσμικής αυτονομίας.

Ολα αυτά δεν σηματοδοτούν κατ’ ανάγκην την κατάρρευση της Δύσης. Σηματοδοτούν, όμως, το τέλος της μορφής που γνωρίζαμε. Η αυτόματη σύμπλευση συμφερόντων δεν αποτελεί πλέον δεδομένο. Η διατλαντική σχέση μεταβαίνει από τη στρατηγική βεβαιότητα στη διαπραγματευόμενη ισορροπία.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα ορίζει το περιεχόμενο της Δύσης στο εξής. Είναι και ποιο θα είναι αυτό το περιεχόμενο: Μια χαλαρή συμμαχία συμφερόντων χωρίς αξιακή συνοχή; Μια Ευρώπη, που θα επιτύχει τη γεωπολιτική της ενηλικίωση σε έναν πολυπολικό κόσμο; Ή μια νέα αρχιτεκτονική ισχύος, όπου η Δύση δεν θα αποτελεί ενιαίο κέντρο, αλλά έναν από τους ανταγωνιστικούς πόλους ενός ρευστού διεθνούς συστήματος;

Η εποχή των μεταπολεμικών βεβαιοτήτων και των στρατηγικών ψευδαισθήσεων έκλεισε. Η Ευρώπη δεν καλείται πλέον απλώς να επιλέξει στρατόπεδο. Καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να αποτελέσει αυτόνομο στρατηγικό πόλο!