Μία από τις δυσάρεστες αναγνώσεις των δημοσκοπήσεων για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα είναι τα μεγάλα ποσοστά της λεγόμενης «γκρίζας ζώνης».

Αυτής δηλαδή που αφορά τα «δεν ξέρω-δεν απαντώ» ή τους αναποφάσιστους και κυρίως σε ό,τι αφορά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ερευνών κοινής γνώμης το ποσοστό των ψηφοφόρων που όχι μόνο δεν εντυπωσιάζεται από τις παραδοσιακές και μη δυνάμεις του πολιτικού συστήματος, αλλ’ αντιθέτως αναζητεί με κάθε τρόπο την αντισυστημική ψήφο. Και τούτο μάλιστα δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, αλλά αφορά ολόκληρη την Ευρώπη, αφού η ίδια εικόνα καταγράφεται π.χ. στη Γερμανία ή τη Γαλλία, ενώ στη Βρετανία το παραδοσιακό δίπολο των Συντηρητικών και των Εργατικών «σπάει» κατά τον ίδιο τρόπο.

γράφει η Έρση Παπαδάκη

Η επιλογή συνεπώς των ψηφοφόρων στο «άλλο κόμμα» ή το «δεν ξέρω-δεν απαντώ» που αυξάνεται διαρκώς, παρά το γεγονός ότι στη χώρα μας οι εκλογές πλησιάζουν, είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί. Και δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί διότι συνθέτει ένα νέο πολιτικό τοπίο, το οποίο δεν αναλύεται μόνο με την απλοϊκή ερμηνεία ότι τούτο αποτελεί απλώς μια δημοσκοπική περιέργεια, αλλά αποτυπώνει μια ολοένα και πιο αυξανόμενη τάση δυσπιστίας απέναντι στο (παραδοσιακό) πολιτικό σύστημα. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει πως όλοι αυτοί οι ψηφοφόροι έχουν κοινή πολιτική κατεύθυνση και ιδεολογία και νιώθουν ότι δεν εκφράζονται από ένα συγκεκριμένο κόμμα ή έναν συγκεκριμένο πολιτικό αρχηγό. Αντιθέτως, η σύνθεση του «σώματος» που δίνει αυτές τις απαντήσεις επιβεβαιώνει την πολυδιάσπαση της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Άλλος θεωρεί π.χ. ότι κανένα κόμμα δεν εκφράζει την οικονομική του αγωνία και την αγωνία για επιβίωση. Άλλος θεωρεί ότι η πολιτική αντιπαράθεση έχει εγκλωβιστεί σε μια διαρκή σύγκρουση δίχως ουσιαστικές απαντήσεις και λύσεις στα πραγματικά προβλήματα. Άλλος μπορεί να έχει απογοητευτεί από την κυβερνητική διαχείριση, ενώ άλλος έχει επίσης απογοητευτεί από την αδυναμία της αντιπολίτευσης να πείσει ότι αποτελεί μια ουσιαστική και αποτελεσματική εναλλακτική – το τελευταίο αποδεικνύεται δε από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει υποχωρήσει το μοντέλο του παραδοσιακού διπόλου που εναλλασσόταν στην εξουσία και γι’ αυτό συζητάμε όλο και περισσότερο για το ενδεχόμενο συνεργασιών και μη αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Και βεβαίως δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι υπάρχουν εκείνοι που δεν αναγνωρίζουν καν τον εαυτό τους στις παραδοσιακές πολιτικές ταυτότητες.

Με άλλα λόγια, είναι όλο και πιο φανερό πως η απογοήτευση μιας μεγάλης μερίδας ψηφοφόρων από τους πολιτικούς και τα κόμματα δεν μεταφράζεται κατ’ ανάγκην σε συγκεκριμένες, οριζόντιες πολιτικές μετακινήσεις. Και μια από τις πιο συνηθισμένες αντιδράσεις είναι, για παράδειγμα, η αποχή από την εκλογική διαδικασία. Έπειτα η ψήφος διαμαρτυρίας, η οποία εκφράζεται όμως όλο και πιο πολύ μέσα από την αναζήτηση μικρότερων σχηματισμών ή διαρκείς μετακινήσεις από κόμμα σε κόμμα, καθώς η ρευστότητα γίνεται έτσι μόνιμο χαρακτηριστικό του εκλογικού σώματος και μετατρέπει τις ίδιες τις δημοσκοπήσεις και την εκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος μέσα από αυτές σε κινούμενη άμμο.

Εδώ όμως εντοπίζεται και μια ανησυχητική διάσταση: οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι η ψήφος τους μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την πορεία των πραγμάτων και έτσι η απογοήτευση μετατρέπεται σταδιακά σε αποστασιοποίηση. Και η αποστασιοποίηση με τη σειρά της τροφοδοτεί ένα φαύλο κύκλο: αυτόν της μικρότερης εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα, της μικρότερης συμμετοχής και της μεγαλύτερης απόστασης από τους θεσμούς. Ένα φαινόμενο που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως π.χ. στη Γερμανία, εκφράζεται και με ψήφο σε ακραία κόμματά όπως το AfD.

Το «άλλο κόμμα» λοιπόν στις δημοσκοπήσεις και η αποκαλούμενη από τους ειδικούς «γκρίζα ζώνη» της ψήφου δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι οι ψηφοφόροι έχουν εγκαταλείψει την πολιτική, αλλά βρίσκονται «εν αναμονή». Θέλουν τα κατάλληλα ερεθίσματα για να επιστρέψουν στην πολιτική και να εμπιστευθούν κάποιο από τα παραδοσιακά κόμματα. Οπότε το κρίσιμο είναι εάν αυτά θα καταφέρουν να μιλήσουν στην καρδιά αυτών των ψηφοφόρων και να τους προσελκύσουν ξανά, διότι έως τώρα το μόνο που κάνουν είναι ν’ αποτυγχάνουν να κατανοήσουν για ποιο λόγο εκείνοι απομακρύνονται. Με άλλα λόγια, οι πολίτες δεν ζητούν συνθήματα ή… επιστροφές του οποιουδήποτε Μεσσία, αλλά ζητούν πιεστικά πειστικές απαντήσεις. Αυτό που ζητούν είναι την επιβεβαίωση ότι η πολιτική μπορεί να παράγει ξανά αποτέλεσμα.