Κυκλοφορεί τις τελευταίες ημέρες, με ύφος περισπούδαστης ρητορικής απορίας, ένα επιχείρημα εντυπωσιακό στην απλότητά του, αλλά εξαιρετικά προβληματικό στη λογική του: αφού ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο χαρακτηρίζει «αδιανόητη» μια ελληνοτουρκική σύγκρουση, γιατί η Ελλάδα προχωρά σε νέες αγορές οπλικών συστημάτων ύψους τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων;

Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τη φύση της αποτροπής. Μια σύγκρουση καθίσταται λιγότερο πιθανή όταν το κόστος της επιθετικότητας είναι υψηλό. Η στρατιωτική ισχύς δεν αντιφάσκει προς τη διπλωματική σταθερότητα· αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που τη στηρίζουν.

Αν η εθνική ασφάλεια εξασφαλιζόταν με δηλώσεις υπουργών Εξωτερικών, τα κράτη θα είχαν καταργήσει προ πολλού τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους και θα είχαν αντικαταστήσει τα Γενικά Επιτελεία με γραφεία δημοσίων σχέσεων.

Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα.

Ο Μάρκο Ρούμπιο, στη συνέντευξή του στην «Καθημερινή» στις 8 Οκτωβρίου 2026, χαρακτήρισε αδιανόητη μια ελληνοτουρκική σύγκρουση και υπογράμμισε την πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να συμβάλουν στην αποτροπή της, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για δύο συμμάχους στο ΝΑΤΟ και ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα ούτε της Ελλάδας ούτε της Τουρκίας ούτε των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η τοποθέτησή του εκφράζει την πρόθεση της αμερικανικής διπλωματίας να αποτρέψει μια ενδεχόμενη κρίση, χωρίς όμως να παρέχει οποιαδήποτε εγγύηση ότι το ενδεχόμενο έχει οριστικά αποκλειστεί.

Αν οι δηλώσεις των μεγάλων δυνάμεων αρκούσαν για να εξασφαλίσουν την ειρήνη, η ανθρωπότητα θα είχε απαλλαγεί προ πολλού από την ανάγκη διατήρησης ενόπλων δυνάμεων.

Διότι στη διεθνή πολιτική το γεγονός ότι ένας πόλεμος δεν συμφέρει κανέναν δεν σημαίνει, δυστυχώς, ότι είναι και αδύνατον να συμβεί.

Η Ιστορία, δυστυχώς, επιμένει να διαψεύδει τέτοιες βολικές απλουστεύσεις. Το 1974, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, παρά το γεγονός ότι Ελλάδα και Τουρκία ήταν ήδη μέλη του ΝΑΤΟ. Η Συμμαχία δεν απέτρεψε τις πολεμικές επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό καταγράφεται ακόμη και σε αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε ισχυρότερη από τη θεωρία της συμμαχικής αλληλεγγύης. Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί στρατεύματα κατοχής στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.

Η Βορειοατλαντική Συνθήκη δεν προβλέπει μηχανισμό αυτόματης στρατιωτικής προστασίας ενός κράτους-μέλους έναντι άλλου, ενώ το περίφημο άρθρο 5 ουδέποτε έχει ενεργοποιηθεί για ενδοσυμμαχική σύγκρουση. Αντιθέτως, το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών αναγνωρίζει ρητά το εγγενές δικαίωμα κάθε κράτους στην ατομική ή συλλογική αυτοάμυνα. Ένα δικαίωμα που απορρέει από την ίδια την κρατική κυριαρχία και δεν καταργείται, δεν εκχωρείται ούτε υποκαθίσταται από τις καθησυχαστικές δηλώσεις οποιουδήποτε ξένου αξιωματούχου, όσο ισχυρή κι αν είναι η χώρα που εκπροσωπεί.

Το ερώτημα, συνεπώς, είναι απολύτως συγκεκριμένο: με ποιον ακριβώς μηχανισμό μια καθησυχαστική δήλωση της Ουάσιγκτον εξουδετερώνει μια θεσμοθετημένη απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας;

Η επίκληση του ΝΑΤΟ δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα. Το άρθρο 3 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη-μέλη να αναπτύσσουν την ατομική και συλλογική αμυντική τους ικανότητα. Ακόμη και το άρθρο 5 αφήνει σε κάθε σύμμαχο την επιλογή των μέτρων που θεωρεί αναγκαία για την παροχή συνδρομής.

Οι συμμαχίες, επομένως, λειτουργούν συμπληρωματικά προς την εθνική αποτροπή, όχι ως υποκατάστατό της.

Υπάρχει, βεβαίως, ένα απολύτως θεμιτό ζήτημα: είναι κάθε εξοπλιστική δαπάνη αναγκαία, οικονομικά συμφέρουσα και επιχειρησιακά δικαιολογημένη; Ασφαλώς όχι.

Η συμφωνία των τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων, που ανακοινώθηκε στον ελληνοαμερικανικό Στρατηγικό Διάλογο της 7ης Οκτωβρίου, οφείλει να αξιολογηθεί με κριτήρια πραγματικών αμυντικών αναγκών, διαφάνειας, κόστους και αποτελεσματικότητας.

Αλλά η κριτική στο ύψος ή στο περιεχόμενο μιας εξοπλιστικής συμφωνίας είναι εντελώς διαφορετική από τον ισχυρισμό ότι οι εξοπλισμοί καθίστανται περιττοί επειδή ένας Αμερικανός αξιωματούχος επιθυμεί την ειρήνη.

Άλλωστε, οι εξοπλιστικές δαπάνες ύψους τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων δεν αποσκοπούν μόνο στην αντιμετώπιση ενός ενδεχόμενου ελληνοτουρκικού επεισοδίου, αλλά υπηρετούν έναν ευρύτερο και μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η «Καθημερινή», από το συνολικό ποσό περίπου 1,2 δισ. δολάρια προορίζονται για την προμήθεια πυραύλων και κατευθυνόμενων βομβών, με στόχο τον εξοπλισμό τόσο των υφιστάμενων μαχητικών F-16 όσο και των 20 αεροσκαφών F-35 που έχει ήδη παραγγείλει η Ελλάδα.

Επιπλέον, περίπου 1 δισ. δολάρια προβλέπεται να διατεθεί για την αναβάθμιση 37 μαχητικών F-16 Block 50 στο προηγμένο Viper, ενώ άλλα 800 έως 900 εκατομμύρια αφορούν την τεχνική υποστήριξη και τη συντήρηση των παλαιότερων F-16 που δεν έχουν αναβαθμιστεί.

Οι συγκεκριμένες δυνατότητες αποβλέπουν στην ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας των Ενόπλων Δυνάμεων, στην αποτελεσματικότερη συνεργασία με τις συμμαχικές δυνάμεις και, πρωτίστως, στη διατήρηση μιας αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος σε βάθος χρόνου.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για την ενίσχυση, τον εκσυγχρονισμό και τη διατήρηση της επιχειρησιακής αξίας αεροσκαφών που η χώρα ήδη διαθέτει ή έχει συμβασιοποιήσει.

Διότι ένα μαχητικό χωρίς επαρκή οπλισμό και επιχειρησιακή υποστήριξη αποτελεί περισσότερο ένα πανάκριβο μουσειακό έκθεμα υψηλής τεχνολογίας παρά αξιόπιστο μέσο αποτροπής.

Εξίσου σημαντική είναι και η οικονομική διάσταση της συμφωνίας. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις των υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών, το μεγαλύτερο μέρος των συγκεκριμένων προμηθειών έχει ήδη ενσωματωθεί στον πολυετή αμυντικό προγραμματισμό, χωρίς να συνεπάγεται, κατά την επίσημη κυβερνητική θέση, πρόσθετη επιβάρυνση πέραν των προβλεπόμενων πιστώσεων. Συγχρόνως, οι σχετικές πληρωμές θα κατανεμηθούν σε βάθος ετών και δεν θα επιβαρύνουν εφάπαξ τον κρατικό προϋπολογισμό.

Άρα, η παρουσίαση του συνολικού ποσού των τεσσάρων δισεκατομμυρίων ως μιας ξαφνικής, αδικαιολόγητης δαπάνης, που θα μπορούσε δήθεν να αποφευχθεί χάρη σε μια καθησυχαστική διπλωματική δήλωση, παραβλέπει τόσο το πραγματικό περιεχόμενο των προμηθειών όσο και τον μακροχρόνιο χαρακτήρα του αμυντικού σχεδιασμού.

Η εθνική άμυνα δεν σχεδιάζεται με βάση το ενδεχόμενο μιας αυριανής κρίσης ούτε αναπροσαρμόζεται κάθε φορά που ένας ξένος αξιωματούχος προβαίνει σε καθησυχαστικές δηλώσεις. Απαιτεί στρατηγική συνέχεια, επιχειρησιακή επάρκεια και προνοητικότητα, καθώς οι στρατιωτικές ισορροπίες διαμορφώνονται σε βάθος δεκαετιών, ενώ οι διπλωματικές διαβεβαιώσεις ενδέχεται να μεταβληθούν μέσα σε λίγους μήνες.

Η γεωγραφία, όμως, παραμένει η ίδια.

Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι «διπλωματία ή εξοπλισμοί». Είναι αν η Ελλάδα θα διαθέτει επαρκή ισχύ ώστε η διπλωματία της να ασκείται από θέση ισχύος και όχι εξάρτησης.

Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η ελληνοτουρκική κρίση του 2020, με το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Oruç Reis στην Ανατολική Μεσόγειο, κατέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι η αποτροπή στο πεδίο στηρίζεται πρωτίστως στις ίδιες τις εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Την ώρα που η Ουάσιγκτον περιοριζόταν σε διπλωματικές παρεμβάσεις και εκκλήσεις αποκλιμάκωσης, ήταν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις που βρίσκονταν σε πλήρη επιφυλακή, με το Πολεμικό Ναυτικό να παρακολουθεί στενά τις κινήσεις του τουρκικού στόλου και να διατηρεί ισχυρή παρουσία στην περιοχή. Η διπλωματική συνδρομή των συμμάχων ήταν ασφαλώς σημαντική, αλλά η επιχειρησιακή ευθύνη για την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ανήκε στην Αθήνα και όχι στην Ουάσιγκτον.

Υπάρχει, όμως, κι άλλη μια αντίφαση στην ίδια τη συλλογιστική του ερωτήματος. Εάν θεωρούμε αξιόπιστες τις αμερικανικές διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή, τότε η ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω της προμήθειας προηγμένων οπλικών συστημάτων και της επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας, ενισχύει ουσιαστικά αυτή τη στρατηγική σχέση. Εάν, αντιθέτως, αμφισβητούμε την αξιοπιστία των διαβεβαιώσεων αυτών, τότε η ανάγκη διατήρησης ισχυρής και αυτοδύναμης εθνικής αποτροπής καθίσταται ακόμη επιτακτικότερη. Και στις δύο περιπτώσεις, η ανάγκη αμυντικής θωράκισης της χώρας παραμένει ακέραιη, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε διπλωματικές τοποθετήσεις. Η αναγκαιότητα και η οικονομική σκοπιμότητα κάθε επιμέρους εξοπλιστικής επιλογής αποτελούν, ασφαλώς, αντικείμενο ξεχωριστής αξιολόγησης.

Αξίζει, τέλος, να υπενθυμίσουμε σε όσους διακρίνουν σήμερα υποτιθέμενες αντιφάσεις ανάμεσα στις διπλωματικές διαβεβαιώσεις και την ενίσχυση της εθνικής άμυνας ότι μετά την κρίση των Ιμίων το 1996, η Ελλάδα προχώρησε σε ένα από τα εκτενέστερα εξοπλιστικά προγράμματα της Μεταπολίτευσης. Η εμπειρία εκείνης της κρίσης ανέδειξε την ανάγκη ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας, παρά την ενεργό αμερικανική διπλωματική παρέμβαση για την αποκλιμάκωση της έντασης.

Διότι άλλο πράγμα είναι η παρέμβαση ενός συμμάχου για να αποτραπεί μια σύγκρουση και εντελώς διαφορετικό η δυνατότητα μιας χώρας να αποτρέπει η ίδια τις απειλές εναντίον της. Μια διάκριση θεμελιώδης για οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση περί εθνικής ασφάλειας, όσο κι αν δυσκολεύει την ευκολία των ρητορικών ευφυολογημάτων ορισμένων.

Μια ειρωνική πολιτική απορία μπορεί ασφαλώς να προκαλεί εντυπώσεις και να αποσπά την πρόσκαιρη επιδοκιμασία των κοινωνικών δικτύων. Η σοβαρή προσέγγιση, όμως, των ζητημάτων εθνικής ασφάλειας απαιτεί στρατηγική σκέψη, ιστορική γνώση και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία.

Η διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων προϋποθέτει τον αρμονικό συνδυασμό ισχυρής και αποτελεσματικής διπλωματίας, αξιόπιστων διεθνών συμμαχιών και σύγχρονων, επιχειρησιακά ικανών Ενόπλων Δυνάμεων. Οι τρεις αυτοί πυλώνες δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά ούτε υποκαθιστούν ο ένας τον άλλον· αντιθέτως, αλληλοσυμπληρώνονται, αποτελώντας τη βάση μιας συνεκτικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας.

Οι Ρωμαίοι το ήξεραν: «Si vis pacem, para bellum» – «Αν θέλεις ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο».

Η ειρήνη δεν αποτελεί αυτονόητο προνόμιο ούτε δώρο των ισχυρών προς τους αδύναμους. Είναι ένα πολύτιμο αγαθό που απαιτεί στρατηγική διορατικότητα, συνεχή προσπάθεια και, κυρίως, την αναγκαία ισχύ για να διατηρηθεί.

Και, όσο καθησυχαστικές κι αν είναι οι δηλώσεις της Ουάσιγκτον, υπάρχει μια λεπτομέρεια που δεν επιτρέπεται να παραβλέπουμε: η εθνική κυριαρχία δεν είναι ασφαλιστήριο συμβόλαιο με εγγυητή τον εκάστοτε Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών...