Η υπόθεση της 19χρονης Μυρτώς στο Αργοστόλι δεν είναι μόνο ένα τραγικό περιστατικό. Είναι και καθρέφτης. Και μέσα του βλέπουμε κάτι άσχημο: μια δημόσια σφαίρα που βιάζεται να μιλήσει πριν μάθει, να δείξει πριν σκεφτεί, να κατηγορήσει πριν καταλάβει.
Το γεγονός είναι απλό και τραγικό: μια κοπέλα πέθανε. Τρεις άνθρωποι κατηγορούνται ότι δεν έκαναν το αυτονόητο. Οι ευθύνες τους θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη. Ολα τα υπόλοιπα, όσα βλέπουμε να ξεδιπλώνονται σε τηλεοπτικά πάνελ και ιστοσελίδες, είναι θόρυβος. Και πολλές φορές, είναι κάτι χειρότερο: κανονικός κανιβαλισμός.
Λαϊκά «τηλε-δικαστήρια»
Από τις πρώτες ώρες, ένα γνώριμο σκηνικό. «Ειδικοί» χωρίς ειδικότητα, παρουσιαστές σε ρόλο ανακριτή και ρεπόρτερ που παίζουν τον Κλουζό. Υποθέσεις, σενάρια, υπαινιγμοί. Όλα στο τραπέζι. Χωρίς φίλτρο. Η τηλεόραση, αντί να μεταφέρει δεδομένα, στήνει αφήγημα. Και μέσα σε αυτό το αφήγημα, η Μυρτώ δεν είναι πια πρόσωπο. Είναι υλικό. Φωτογραφίες από προσωπικές στιγμές, αποσπάσματα από τα κοινωνικά δίκτυα, λεπτομέρειες που δεν προσθέτουν τίποτα στην κατανόηση της υπόθεσης. Προσθέτουν όμως κάτι άλλο: θέαμα.
Και το θέαμα, ως γνωστόν, πουλάει. Ακόμη κι όταν χτίζεται πάνω σε μια κηδεία.
Το πιο επικίνδυνο σημείο δεν είναι η υπερβολή. Είναι η κατεύθυνση. Σιγά σιγά, σχεδόν υπόγεια, το βάρος μετακινείται. Από το «τι δεν έκαναν όσοι ήταν μαζί της» στο «τι έκανε εκείνη». Τι φορούσε. Πού πήγε. Με ποιους βρέθηκε. Αν είχε πιει. Αν είχε πάρει κάτι. Αν ήξερε. Αν έφταιγε.
Είναι η πιο παλιά, πιο φθαρμένη, αλλά πάντα πρόθυμη να επιστρέψει, λογική: το θύμα να απολογείται. Και αν είναι νέο σε ηλικία και μάλιστα γυναίκα, τόσο πιο εύκολα ξεκλειδώνει αυτός ο μηχανισμός.
Δεν είναι δημοσιογραφία αυτό. Είναι κοινωνικό ένστικτο στην πιο σκοτεινή του εκδοχή. Και όταν αναπαράγεται από μέσα ενημέρωσης, αποκτά νομιμοποίηση.
Στο μεταξύ, κυκλοφορούν πληροφορίες μισές, αποσπασματικές ή και εντελώς αυθαίρετες. Άλλοι μιλούν για καθυστερήσεις στο νοσοκομείο, άλλοι για αμέλεια, άλλοι για συγκάλυψη. Την ίδια στιγμή, η επίσημη ενημέρωση από το υπουργείο Υγείας ξεκαθαρίζει ότι η Μυρτώ διασωληνώθηκε κανονικά και ότι η λειτουργία του νοσοκομείου ελέγχεται ήδη με ΕΔΕ.
Αυτό είναι το βασικό: η πολιτεία κινείται θεσμικά. Ερευνά. Ελέγχει. Δεν αφήνει σκιές να αιωρούνται. Σε αντίθεση με όσους επενδύουν σε αυτές.
Γιατί η φήμη, όταν ξεκινήσει, δεν μαζεύεται εύκολα. Και η ζημιά που κάνει είναι διπλή: και στην οικογένεια που πενθεί και στην κοινωνία που μαθαίνει να εμπιστεύεται τον ψίθυρο αντί για το στοιχείο.
Κάποτε υπήρχε μια βασική αρχή: πρώτα διασταυρώνεις, μετά δημοσιεύεις. Σήμερα, το μοντέλο έχει αντιστραφεί. Πρώτα ανεβάζεις, μετά βλέπεις. Η πίεση για «κλικ», για ταχύτητα, για παρουσία στο κύμα της επικαιρότητας έχει μετατρέψει μέρος των μέσων σε γραμμές παραγωγής περιεχομένου. Όχι ενημέρωσης. Περιεχομένου. Ό,τι τραβάει το μάτι, ανεβαίνει. Ό,τι σοκάρει, πολλαπλασιάζεται.
Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για ένα viral βίντεο. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που πέθανε. Για μια οικογένεια που θρηνεί. Για μια υπόθεση που απαιτεί σοβαρότητα.
Δεν χρειάζεται κάτι περίπλοκο για να μπει ένα όριο. Μερικά αυτονόητα αρκούν. Οι ευθύνες ανήκουν σε όσους είχαν υποχρέωση να βοηθήσουν και δεν το έκαναν. Η κρίση ανήκει στη Δικαιοσύνη. Η προστασία του θύματος και της οικογένειάς του είναι υποχρέωση όλων.
Και τα μέσα ενημέρωσης έχουν ρόλο. Όχι να δικάζουν, όχι να υπαινίσσονται, όχι να υποκαθιστούν την έρευνα. Να ενημερώνουν. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Γιατί αν χαθεί κι αυτό, τότε δεν έχουμε απλώς κακή δημοσιογραφία. Έχουμε κάτι πιο βαθύ: μια κοινωνία που συνηθίζει να καταναλώνει τον πόνο των άλλων σαν θέαμα.
Και αυτό δεν είναι είδηση. Είναι πρόβλημα.