Παρότι Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης επιμένουν να μιλούν για αυτόνομη πορεία με στόχο την εκλογική πρωτιά, η μεγάλη δημοσκοπική απόστασή τους από τη ΝΔ εντείνει τις πιέσεις για προγραμματική συνεννόηση.

«Ο κόσμος το ’χει βούκινο κι αυτοί κρυφό καμάρι», λέει ο θυμόσοφος λαός μας και η γνωστή παροιμία μοιάζει να ταιριάζει γάντι σε όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στην Κεντροαριστερά. Τη συνεργασία ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ μπορεί επισήμως οι αρχηγοί των δύο κομμάτων να την αρνούνται, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον έχουν αρχίσει να το… σκέφτονται.

Δεν εξηγείται διαφορετικά το γεγονός ότι αρκετά στελέχη (ενδεχομένως και ως… λαγοί) έχουν βάλει στο τραπέζι μέχρι και τη δημιουργία νέου πολιτικού σχήματος. Από τον Απόστολο Πάνα και τον Αλέξανδρο Αυλωνίτη μέχρι τον Γιάννη Δραγασάκη, οι παρεμβάσεις για την επόμενη ημέρα της Κεντροαριστεράς πυκνώνουν. Στην ίδια συζήτηση μπήκε και η Βάσια Αναστασίου, ανοίγοντας παράθυρο προγραμματικής συνεννόησης με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ένας μετά τον άλλον

Την αρχή έκανε ο Απόστολος Πάνας, ο οποίος τοποθέτησε την ΕΛΑΣ στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και άφησε ανοιχτή την προοπτική συνεργασίας. Η Χαριλάου Τρικούπη έσπευσε να κλείσει το θέμα, αποδίδοντας όσα είπε ο βουλευτής Χαλκιδικής σε «άστοχες προσωπικές απόψεις».

Αλλά αυτή η «προσωπική άποψη» βρήκε κι άλλους θιασώτες. Η Βάσια Αναστασίου δήλωσε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «ενδεχομένως να είναι ένα κόμμα με το οποίο θα μπορούσαμε να συζητήσουμε προγραμματικά», διατηρώντας ταυτόχρονα την επίσημη θέση περί αυτόνομης πορείας του ΠΑΣΟΚ.

Πριν προλάβει να κοπάσει αυτή η συζήτηση, ο Αλέξανδρος Αυλωνίτης, μόλις λίγα εικοσιτετράωρα μετά την ένταξή του στην πράσινη Κοινοβουλευτική Ομάδα, έκανε λόγο για κυβερνητική συνεργασία, εφόσον το επιτρέψει το εκλογικό αποτέλεσμα, και συμπεριέλαβε στους δυνητικούς συνομιλητές του ΠΑΣΟΚ την ΕΛΑΣ, τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και την Πλεύση Ελευθερίας. Ζήτησε μάλιστα να μείνουν στην άκρη «οι εγωισμοί, οι αυτονομίες και οι αυτοτέλειες» στην περίπτωση που μπορεί να δημιουργηθεί κυβερνητική πλειοψηφία.

Οι δηλώσεις προκάλεσαν αντιδράσεις και λίγες ώρες αργότερα ο βουλευτής Κέρκυρας επανήλθε τονίζοντας ότι μόνο με πρώτο το ΠΑΣΟΚ μπορεί να υπάρξει πολιτική αλλαγή και επανέφερε στο προσκήνιο τα περί πολιτικής αυτονομίας του κόμματος.

Την ίδια ώρα, ο Γιάννης Δραγασάκης αναφέρθηκε σε «όχι μόνο συγκλίσεις αλλά και κοινούς τόπους» μεταξύ ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ και άλλων κομμάτων που τοποθετούνται αριστερά του Κέντρου. Λίγο αργότερα ο Γιώργος Σιακαντάρης, στενός συνεργάτης του Αλέξη Τσίπρα και εκ των συντελεστών του μανιφέστου του ινστιτούτου του, πήγε ένα βήμα παραπέρα προτείνοντας μετά τις εκλογές να ξεκινήσει διάλογος για έναν «συνασπισμό κομμάτων» ή ακόμη και για «κάτι εντελώς νέο», προσθέτοντας ρητά και τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξίσωση.

Καλά... Χριστούγεννα

Τα παραπάνω, βέβαια, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα διακηρύττουν τόσο ο Αλέξης Τσίπρας όσο και ο Νίκος Ανδρουλάκης, καθώς επιμένουν σήμερα στη δική τους εκλογική διαδρομή. Το ΠΑΣΟΚ μιλά για αυτόνομη πορεία και θέτει ως στόχο την πρωτιά, ενώ από την πλευρά της ΕΛΑΣ η συζήτηση για συνεργασίες χαρακτηρίζεται πρόωρη. Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας, πάντως, στη ΔΕΘ επέλεξε μια προσεκτική διατύπωση για τη σχέση του με το ΠΑΣΟΚ, λέγοντας ότι τα δύο κόμματα είναι «ανταγωνιστές» και όχι αντίπαλοι.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος η οποία «δείχνει» προς τη συνεργασία: τα δημοσκοπικά δεδομένα. ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ ανταγωνίζονται για τη δεύτερη θέση, παραμένοντας χωριστά σε σημαντική απόσταση από τη Νέα Δημοκρατία. Γι’ αυτό και στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς υπάρχουν στελέχη που αρχίζουν να βγάζουν χαρτί και μολύβι και να αναζητούν πώς θα μπορούσαν να βγουν τα κουκιά απέναντι στη ΝΔ. Η απλή πρόσθεση κομματικών ποσοστών, βέβαια, δεν αποτελεί πρόβλεψη για το ποσοστό που θα συγκέντρωνε ένα κοινό σχήμα. Εξηγεί όμως ένα μέρος του πολιτικού σκεπτικού όσων επαναφέρουν τη συζήτηση περί συνεργασίας.

Στο μεταξύ, αρκετοί θέτουν τα Χριστούγεννα ως σημαντικό ορόσημο. Εφόσον μέχρι τότε κανένα από τα δύο κόμματα δεν έχει επιτύχει ουσιαστική δημοσκοπική μεταβολή, εκτιμάται από τους υποστηρικτές αυτής της γραμμής ότι οι πιέσεις για συνεννόηση θα ενταθούν.

Μέχρι τότε, οι ηγεσίες μπορούν να επιμένουν στην αυτονομία και οι βουλευτές να μιλούν για την επόμενη ημέρα. Οσο όμως οι «προσωπικές απόψεις» πολλαπλασιάζονται και καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες.