Συγκεκριμένα εκδοτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα προσπαθούν να πείσουν τη βάση της ΝΔ ότι «το παιχνίδι είναι χαμένο» και ο πρωθυπουργός «υπό προθεσμία».

Όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εισήγαγε στον πολιτικό λόγο τη μεταφορά για την «ψυχή καρδερίνας» των Νεοδημοκρατών, περιέγραφε ένα πολύ συγκεκριμένο ψυχολογικό χαρακτηριστικό της κεντροδεξιάς παράταξης: την τάση της να τρομάζει με το πρώτο θρόισμα του φύλλου, να λιποψυχά μπροστά στη φθορά και να μετατρέπει μια φυσιολογική πολιτική πίεση σε υπαρξιακό δίλημμα.

Σήμερα, δεκαετίες μετά, αυτό το ορμέμφυτο δεν αποτελεί απλώς μια διαπίστωση. Έχει μετατραπεί σε ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια συγκεκριμένων εκδοτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων, τα οποία επιχειρούν να επιβάλουν ένα παράδοξο αφήγημα: ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά το γεγονός ότι προηγείται σταθερά σε όλες τις δημοσκοπήσεις και δεν έχει χάσει καμία εκλογική αναμέτρηση από το 2019, βρίσκεται στα πρόθυρα να «ρίξει λευκή πετσέτα».

Επτά χρόνια φαγούρα

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της μιντιακής κατασκευής, δεν έχει παρά να ανατρέξει στην εμβληματική αμερικανική ρομαντική κωμωδία του 1955 σε σκηνοθεσία του Μπίλι Γουάιλντερ «Επτά χρόνια φαγούρα» (πρωτότυπος τίτλος: The Seven Year Itch) με πρωταγωνίστρια τη Μέριλιν Μονρόε, και κοιτώντας ψυχρά τα δεδομένα να καταλήξει σ’ ένα και μοναδικό συμπέρασμα: Ότι από το 2016, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ, και κυρίως από το 2019 έως σήμερα, η ΝΔ διατηρεί μια πρωτοφανή για τα μεταπολιτευτικά χρονικά πολιτική κυριαρχία.

Ακόμη και σε περιόδους φυσιολογικής κυβερνητικής φθοράς, η απόσταση από το δεύτερο κόμμα παραμένει διψήφια και η πρωτιά αδιαμφισβήτητη. Παρ’ όλα αυτά, το «σύνδρομο της καρδερίνας» ενεργοποιείται με χειρουργική ακρίβεια. Ο παραδοσιακός ψηφοφόρος της ΝΔ, έχοντας στο ιστορικό συλλογικό του αποτύπωμα τις τραυματικές ανατροπές του παρελθόντος, είναι γενετικά προγραμματισμένος να φοβάται την απώλεια της εξουσίας, ακόμη κι όταν ο αντίπαλος είναι κατακερματισμένος ή ανύπαρκτος, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια.

Τα ΜΜΕ που εξυπηρετούν συγκεκριμένες επιχειρηματικές ατζέντες δεν επιτίθενται πλέον με τον παραδοσιακό τρόπο της ολοκληρωτικής μετωπικής σύγκρουσης. Αντίθετα, αξιοποιούν την ψυχολογία του «γαλάζιου» ακροατηρίου μέσα από τρεις βασικές στρατηγικές. Τη δραματοποίηση της φυσιολογικής φθοράς: Όταν μια δημοσκόπηση καταγράφει μια φυσιολογική κάμψη των ποσοστών –για παράδειγμα, λόγω της ακρίβειας ή της καθημερινότητας– οι συγκεκριμένοι τίτλοι δεν μιλούν για «κυβερνητική πίεση», αλλά για «κατάρρευση», «ελεύθερη πτώση» και «μη αναστρέψιμο κλίμα».

Στόχος είναι να προκληθεί το πρώτο σκίρτημα πανικού στην «καρδερίνα», η οποία αρχίζει να αμφιβάλλει για τη δυναμική του αρχηγού της. Στην κατασκευή του αφηγήματος της «κόπωσης» και της «λευκής πετσέτας»: Το πιο εξελιγμένο όπλο σε αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο είναι η διασπορά πληροφοριών περί «κουρασμένου πρωθυπουργού» που «σκέφτεται το ευρωπαϊκό του μέλλον» ή που «ψάχνει ηρωική έξοδο».

Πρόκειται για μια κλασική μέθοδο αποδόμησης: αφού δεν μπορούν να τον νικήσουν στην κάλπη, προσπαθούν να πείσουν τους οπαδούς του ότι ο ίδιος δεν θέλει πια να κυβερνήσει. Η δημιουργία της αίσθησης ότι ο ηγέτης είναι έτοιμος να παραδοθεί, παραλύει τα ανακλαστικά της βάσης.

Και, τελευταίο, την αξιοποίηση των εσωκομματικών «θυλάκων»: Τα επιχειρηματικά συμφέροντα γνωρίζουν ότι η καρδερίνα τρομάζει περισσότερο από τους εσωτερικούς ήχους παρά από τους εξωτερικούς. Έτσι, μεγεθύνουν κάθε διαφοροποίηση, κάθε γκρίνια βουλευτή ή κάθε δήλωση παλαιών στελεχών, παρουσιάζοντάς τες ως «επικείμενο εμφύλιο» ή «αμφισβήτηση του Μαξίμου».

Η μιντιακή αυτή στρατηγική δεν αποσκοπεί απαραίτητα στην άμεση πτώση της κυβέρνησης, καθώς κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από τους αριθμούς. Ο πραγματικός στόχος των επιχειρηματικών κέντρων είναι ο εξαναγκασμός και η ομηρία. Η αποδυνάμωση του πρωθυπουργού: Ένας ηγέτης που εμφανίζεται «φοβισμένος» ή «υπό προθεσμία» είναι πιο ευάλωτος σε πιέσεις, πιο υποχωρητικός σε μεγάλα οικονομικά deals και πιο πρόθυμος να κάνει συμβιβασμούς με την οικονομική ελίτ.

Και η αποσυσπείρωση της βάσης: Αν ο ψηφοφόρος πειστεί ότι «το παιχνίδι είναι χαμένο» ή ότι ο Μητσοτάκης «θα φύγει», τότε στις επόμενες κάλπες είτε θα απέχει είτε θα διοχετεύσει την ψήφο του σε μικρότερα, ελεγχόμενα αναχώματα στα δεξιά της παράταξης, διασπώντας την κυβερνητική πλειοψηφία.

Αντοχή στις κρίσεις

Το διακύβευμα της τρέχουσας πολιτικής περιόδου είναι αν η κυβέρνηση θα επιτρέψει στα μιντιακά κέντρα να ενεργοποιήσουν τα παλαιά της σύνδρομα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αποδείξει στην πράξη ότι διαθέτει διαφορετικό πολιτικό DNA, επιδεικνύοντας αντοχή σε κρίσεις που στο παρελθόν θα είχαν λυγίσει άλλες κυβερνήσεις. Για να μην πετύχει το σχέδιο της «λευκής πετσέτας», η βάση της παράταξης οφείλει να αναγνωρίσει το παιχνίδι που παίζεται στις οθόνες των τηλεοπτικών σταθμών και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Η «ψυχή καρδερίνας» είναι χρήσιμη μόνο σε όσους θέλουν να κρατούν την πολιτική ζωή του τόπου εγκλωβισμένη στο δικό τους κλουβί συμφερόντων.