Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κρίνει το πλαίσιο συνεννόησης στα ελληνοτουρκικά και το πραγματικό περιεχόμενο της «ήρεμης δύναμης».
Συνάντηση υψηλού πολιτικού και γεωπολιτικού ενδιαφέροντος πραγματοποιείται αύριο, 11 Φεβρουαρίου 2026, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να συναντά τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μια συγκυρία που τα ελληνοτουρκικά παραμένουν εύθραυστα, αλλά ταυτόχρονα κρίσιμα για τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Η ελληνική πλευρά προσέρχεται με σαφή στρατηγική, συγκεκριμένη ατζέντα και πολιτική αυτοπεποίθηση, επιβεβαιώνοντας ότι η εξωτερική πολιτική δεν είναι υπόθεση επικοινωνιακών εξάρσεων, αλλά θεσμικής σοβαρότητας και εθνικής ευθύνης.
Η αυριανή συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν δεν στοχεύει σε «θεαματικές» ανακοινώσεις, αλλά στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, στη διαχείριση των εντάσεων και στη σαφή αποτύπωση των κόκκινων γραμμών της Αθήνας. Με τη συμμετοχή κομβικών υπουργών και συνεργατών, ο Έλληνας πρωθυπουργός μεταφέρει μήνυμα σταθερότητας, θεσμικής συνέχειας και αποτροπής, την ώρα που η Άγκυρα δοκιμάζει τα όρια της διεθνούς ανοχής και της εσωτερικής της συνοχής.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου οι ελληνοτουρκικές επαφές συχνά φορτίζονταν είτε με υπερβολικές προσδοκίες είτε με επικίνδυνες αυταπάτες, η αυριανή συνάντηση χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν προσέρχεται ως «διαπραγματευτής καλής θέλησης», αλλά ως επικεφαλής μιας χώρας που έχει ενισχύσει τη διεθνή της θέση, έχει θωρακίσει την άμυνά της και συνομιλεί από θέση ισχύος. Σε αυτό το πλαίσιο, το βάρος πέφτει τόσο στα πρόσωπα που τον συνοδεύουν όσο και στην ουσία της ατζέντας που τίθεται στο τραπέζι.
Η ελληνική αποστολή και το μήνυμα της σύνθεσής της
Η σύνθεση της ελληνικής αποστολής που συνοδεύει τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην αυριανή συνάντηση με τον Ταγίπ Ερντογάν δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Πρόκειται για μια αποστολή με σαφές πολιτικό βάρος και πολυεπίπεδη στόχευση, που αποτυπώνει την επιλογή της Αθήνας να προσέλθει στον διάλογο με θεσμική πληρότητα και στρατηγική αυτοπεποίθηση. Κεντρικό ρόλο έχει ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ο οποίος σηκώνει το βάρος του διπλωματικού πλαισίου και της αυστηρής προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο, διασφαλίζοντας ότι η συζήτηση κινείται αποκλειστικά εντός των πάγιων ελληνικών θέσεων, χωρίς σκιές και χωρίς γκρίζες ζώνες.
Δίπλα του βρίσκεται ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τα ελληνοτουρκικά μόνο ως ζήτημα ασφάλειας, αλλά και ως πεδίο όπου η οικονομική σταθερότητα και οι κανόνες της διεθνούς συνεργασίας λειτουργούν αποτρεπτικά απέναντι στην ένταση. Η παρουσία του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου ενισχύει αυτή τη διάσταση, μεταφέροντας το μήνυμα ότι οποιαδήποτε συζήτηση για οικονομικές σχέσεις ή επενδύσεις προϋποθέτει πολιτική ομαλότητα και σεβασμό των κανόνων.
Στην αποστολή συμμετέχει επίσης ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χρίστος Δήμας, γεγονός που δείχνει ότι στο τραπέζι τίθενται και ζητήματα πρακτικής συνεργασίας, χωρίς όμως να αποσυνδέονται από το συνολικό πλαίσιο ασφάλειας και σταθερότητας. Παράλληλα, η παρουσία του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνου Πλεύρη προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στα θέματα ασφάλειας και μεταναστευτικών ροών, όπου η ελληνική πλευρά επιμένει στη συμμόρφωση της Τουρκίας με τις διεθνείς της υποχρεώσεις και στην αποτροπή κάθε απόπειρας εργαλειοποίησης.
Σημαντική είναι και η συμμετοχή του υφυπουργού Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη, ο οποίος έχει αναλάβει τον πολιτικό διάλογο και τη λεγόμενη «θετική ατζέντα», λειτουργώντας ως θεσμική γέφυρα σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής που μπορούν να λειτουργήσουν αποκλιμακωτικά χωρίς να θίγουν κρίσιμα εθνικά θέματα. Την αποστολή συμπληρώνουν η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Κεφαλογιάννης και η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, δίνοντας μια σαφή εικόνα ότι η Αθήνα προσέρχεται με πλήρες κυβερνητικό σχήμα και όχι με στενή, αποσπασματική εκπροσώπηση.
Συνολικά, η ελληνική αποστολή λειτουργεί ως αντανάκλαση της στρατηγικής Μητσοτάκη στα ελληνοτουρκικά: διάλογος χωρίς αυταπάτες, θεσμική σοβαρότητα, σαφείς κόκκινες γραμμές και διαρκής υπενθύμιση ότι η Ελλάδα συνομιλεί από θέση ισχύος και διεθνούς αξιοπιστίας.
Η ατζέντα της συνάντησης: χαμηλοί τόνοι, υψηλό διακύβευμα
Η ατζέντα της αυριανής συνάντησης είναι συγκεκριμένη και απολύτως ελεγχόμενη από την ελληνική πλευρά. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα ζητήματα διαχείρισης της έντασης στο Αιγαίο, η αποφυγή προκλητικών ενεργειών και η ανάγκη τήρησης των συμφωνημένων μηχανισμών επικοινωνίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο μεταναστευτικό, όπου η Ελλάδα επιμένει στη συμμόρφωση της Τουρκίας με τις διεθνείς της υποχρεώσεις και στην αποτροπή εργαλειοποίησης των ροών. Παράλληλα, τίθενται ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας, με φόντο τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, όπου η Ελλάδα έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε πυλώνα σταθερότητας και αξιόπιστο συνομιλητή της Δύσης.
Η οικονομική και ενεργειακή διάσταση δεν απουσιάζει από τη συζήτηση, χωρίς ωστόσο να υπερτονίζεται. Η ελληνική πλευρά ξεκαθαρίζει ότι οποιαδήποτε προοπτική συνεργασίας περνά αναγκαστικά μέσα από τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας των κρατών.
Τι πραγματικά διακυβεύεται στα ελληνοτουρκικά
Το διακύβευμα της αυριανής συνάντησης δεν είναι μια πρόσκαιρη αποκλιμάκωση, αλλά η διατήρηση ενός ελάχιστου πλαισίου προβλεψιμότητας. Για την Ελλάδα, η σταθερότητα δεν αποτελεί παραχώρηση, αλλά προϋπόθεση για την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρίς εκβιασμούς.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσέρχεται με σαφές μήνυμα: η Ελλάδα δεν αποδέχεται αναθεωρητικές λογικές, δεν συζητά ζητήματα κυριαρχίας και δεν επιτρέπει τη μετατροπή του διαλόγου σε πεδίο επικοινωνιακών παιχνιδιών της Άγκυρας. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν κλείνει την πόρτα στον διάλογο, αποδεικνύοντας ότι η ισχύς συνδυάζεται με ψυχραιμία και θεσμική συνέπεια.
Η διεθνής διάσταση και το μήνυμα προς συμμάχους
Η αυριανή συνάντηση δεν αφορά μόνο την Αθήνα και την Άγκυρα. Παρακολουθείται στενά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους περιφερειακούς παίκτες της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελλάδα εμφανίζεται ως η πλευρά που επενδύει στη σταθερότητα και τη συνεργασία, χωρίς να υποχωρεί από τις αρχές της.
Αυτό το προφίλ ενισχύει τη διεθνή της αξιοπιστία και μετατρέπει την τουρκική συμπεριφορά σε αντικείμενο αξιολόγησης από τους ίδιους της τους συμμάχους. Με απλά λόγια, η Αθήνα δεν έχει να αποδείξει τίποτα· η Άγκυρα είναι εκείνη που καλείται να δείξει αν επιθυμεί πραγματικά μια λειτουργική σχέση ή απλώς διαχειρίζεται τις εντάσεις επικοινωνιακά.
Μια συνάντηση χωρίς αυταπάτες αλλά με στρατηγικό βάθος
Η επερχόμενη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν δεν πρόκειται να λύσει χρόνια προβλήματα ούτε να παράξει εντυπωσιακούς τίτλους. Αυτό, όμως, είναι και το βασικό της πλεονέκτημα. Η ελληνική κυβέρνηση έχει επιλέξει τον δρόμο της σοβαρότητας, της συνέπειας και της εθνικής αυτοπεποίθησης, αποφεύγοντας τόσο τον λαϊκισμό όσο και τον επικίνδυνο εφησυχασμό.
Σε μια περίοδο γενικευμένης αστάθειας, η Ελλάδα εμφανίζεται ως η ήρεμη δύναμη που συνομιλεί χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς αυταπάτες. Και αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό μήνυμα της αυριανής συνάντησης: ότι η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με συνθήματα, αλλά με σχέδιο, γνώση και σταθερό χέρι στο τιμόνι.


