Η αντιπολίτευση ψάχνει το κατάλληλο… μαγείρεμα για να ρίξει τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Τους τελευταίους μήνες στην Ελλάδα οι δημοσκοπήσεις για την απήχηση των κομμάτων καταγράφουν λίγο πολύ την εξής εικόνα: η ΝΔ στο 30%, με double score στον δεύτερο, το ΠΑΣΟΚ ή την ΕΛΑΣ, και από εκεί και κάτω το χάος. Στο πλαίσιο αυτό, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αναζητούν απεγνωσμένα το κατάλληλο «συμπλήρωμα» για να πάρουν πολιτικό βάρος, αλλά φαίνεται πως ο δημοσκοπικός τους μεταβολισμός έχει σταματήσει να δουλεύει.
Και αυτό είναι πρόβλημα. Γιατί ένας οργανισμός που δεν δουλεύει όπως θα έπρεπε μπορεί να καταναλώνει ό,τι θρεπτικό υλικό βρει μπροστά του -νέο αφήγημα, νέο πρόσωπο, νέα συμμαχία- και να μην απορροφά τίποτα. Να μην πετυχαίνει να μεταφράσει τίποτα σε δύναμη ή ποσοστά.
Κυβέρνηση ηττημένων
Η πρώτη θεωρία που ακούσαμε ήταν η περίφημη κυβέρνηση των ηττημένων: ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ, Πλεύση Ελευθερίας, ΣΥΡΙΖΑ κ.ο.κ.! Το φαντάζεστε; Τη… λιγουρεύεστε(;), που θα έλεγε και ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Με δεδομένο όμως ότι η ΝΔ σε κανένα σενάριο δεν πέφτει κάτω από 25%, οπότε θα πάρει το μπόνους εδρών σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο, τα μαγειρεία έπιασαν δουλειά. Η επόμενη «συνταγή» που κυκλοφόρησε ήταν το κλασικό… πολυβιταμινούχο της ενωμένης Κεντροαριστεράς: δηλαδή, ένωση ΕΛΑΣ-ΠΑΣΟΚ, Τσίπρας και Ανδρουλάκης μαζί σε μία συσκευασία για να αμφισβητήσουν την πολιτική κυριαρχία του Μητσοτάκη.
Με την προσδοκία ότι το άθροισμα δύο επί 15% (περίπου) να κάνει κάτι σαν 30%. Η αριθμητική είναι σωστή στα χαρτιά, μόνο που στην αγορά της πολιτικής, δύο… συμπληρώματα με αντικρουόμενα συστατικά συνήθως αλληλοαναιρούνται ή, χειρότερα, προκαλούν αλλεργική αντίδραση στον ίδιο τον καταναλωτή-ψηφοφόρο.
Ο ένας πάσχει από ιδεολογική δυσανεξία στον άλλον, ο δεύτερος δεν χωνεύει το προσωπικό ύφος του πρώτου, και το τελικό αποτέλεσμα μάλλον είναι μια φαρμακευτική αλληλεπίδραση που κανένας γιατρός δεν θα συνταγογραφούσε.
Οταν αυτό δεν έδειξε να πιάνει, εμφανίστηκε η δεύτερη, πιο τολμηρή συνταγή: συνεργασία ΕΛΑΣ ή ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ. Εδώ το σκεπτικό αλλάζει τελείως λογική: αντί να παχύνεις το αδύναμο κόμμα, απλώς κολλάς πάνω στο δυνατό. Το ενδιαφέρον είναι ότι κανείς δεν το προτείνει ανοιχτά. Και όσοι τολμηροί μιλούν για αυτό το σενάριο θεωρητικά εκφράζουν… προσωπικές απόψεις και γενικόλογους προβληματισμούς για άλλες χώρες.
Υπάρχει και μια τρίτη, πιο σιωπηλή σχολή σκέψης: ότι το πρόβλημα δεν είναι ποιο συμπλήρωμα θα πάρεις, αλλά ότι εξ ορισμού δεν μπορείς να χτίσεις μυϊκή μάζα καταναλώνοντας χάπια αντί για κρέας.
Δηλαδή, ότι καμία προγραμματική σύνθεση, κανένας συνδυασμός ηγετικών προσώπων, δεν υποκαθιστά αυτό που λείπει πραγματικά: ένα αφήγημα που πείθει, μια αξιοπιστία που έχει κερδηθεί με τον χρόνο και μια σχέση εμπιστοσύνης με τον ψηφοφόρο που δεν χτίζεται σε έναν κύκλο δηλώσεων.
Το αστείο, βέβαια, είναι ότι κανένα απ’ αυτά τα σενάρια δεν απαντά στο πραγματικό ερώτημα: γιατί ο οργανισμός δεν απορροφά θρεπτικά συστατικά μόνος του.
Ενα κόμμα στο 12%-15% δεν χρειάζεται συνδυαστικό χάπι με άλλον ασθενή. Χρειάζεται να καταλάβει γιατί ο ψηφοφόρος το προσπερνάει στο ράφι, γιατί διαβάζει την ετικέτα και βάζει πίσω το προϊόν.
Αλλά αυτό απαιτεί υπομονή, πειθαρχία και, το χειρότερο απ’ όλα, αυτογνωσία.
Ετσι, η συζήτηση συνεχίζεται χωρίς πυξίδα: όλοι ψάχνουν τη μαγική φόρμουλα, κανείς δεν κάνει τη δουλειά στο… γυμναστήριο, και η... ζυγαριά της Κυριακής δείχνει, με απόλυτη αμεσότητα, ότι δεν υπάρχει συντόμευση για να ανακτήσουν Τσίπρας και ΠΑΣΟΚ το πολιτικό βάρος που έχασαν στα χρόνια της κρίσης.
Δεν τους διευκολύνει, βλέπετε, και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος συνεχίζει να διαχειρίζεται τις κρίσεις με επιτυχία και η Ελλάδα να προχωρά σταθερά μπροστά, ακριβώς όπως υποσχέθηκε και το 2019 και το 2023.
Κάτι που οι πολίτες φαίνεται ότι, παρά τις όποιες δυσκολίες και τα λάθη, το καταλαβαίνουν και το επιβραβεύουν.
Αλήθειες που ενοχλούν
Ο Αδωνις Γεωργιάδης το είπε καθαρά: υπάρχει μια μόνιμη, οργανωμένη γκρίνια στη δημόσια συζήτηση, ένας τόνος διαρκούς μεμψιμοιρίας που έχει γίνει σχεδόν ταυτότητα.
Δεν χρειάζεται κανείς να είναι θαυμαστής της κυβέρνησης για να αναγνωρίσει το φαινόμενο, αρκεί να παρακολουθήσει μία ημέρα τηλεοπτικού πάνελ ή ένα απόγευμα στα κοινωνικά δίκτυα.
Η γκρίνια δεν είναι πάντα κριτική -η οποία βεβαίως είναι θεμιτή-, συχνά είναι απλώς στάση, μια βολική θέση από την οποία δεν χρειάζεται ποτέ να προτείνεις κάτι, μόνο να απορρίπτεις.
Ο υπουργός Υγείας είπε λοιπόν την προφανή αλήθεια, πως όλοι διαρκώς παραπονιούνται, και έπεσαν ακόμη και στελέχη της ΝΔ να τον φάνε. Προφανώς κάποιοι προτιμούν να… νιαουρίζουν.
Δυσάρεστα ακριβείς
Ο Φλωρίδης, από την άλλη, άγγιξε κάτι πιο ευαίσθητο και γι’ αυτό πιο απαραίτητο να ειπωθεί: ότι ο εσωτερικός διχασμός δεν είναι πολυτέλεια που μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας ατιμώρητα, σε μια γειτονιά όπου η Τουρκία παρακολουθεί κάθε ρωγμή στην εσωτερική συνοχή και την αξιολογεί ως ευκαιρία.
Δεν είναι εθνικισμός ούτε κινδυνολογία να το λες αυτό. Είναι στοιχειώδης γεωπολιτική παρατήρηση, την οποία κάθε σοβαρή χώρα με επιθετικό γείτονα την ενσωματώνει στη δημόσια κουλτούρα της, ακόμα κι όταν ενοχλεί το εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι.
Και οι δύο δηλώσεις μοιράζονται το ίδιο χαρακτηριστικό: ενοχλούν όχι επειδή είναι λάθος, αλλά επειδή είναι δυσάρεστα ακριβείς.
Κούρασε και κουράστηκε
Κούρασε και κουράστηκε ο Αλέξης Τσίπρας στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στη ΔΕΘ. Μίλησε με τη γνώριμη τεχνική του «να πεις πολλά χωρίς να πεις τίποτα», προτάσεις που ξεκινούν με σιγουριά και τελειώνουν σε ομίχλη, δεσμεύσεις που ακούγονται σαν προγραμματικές, αλλά διαλύονται στην πρώτη ερώτηση: το… «πώς;».
Η αοριστολογία δεν είναι έλλειψη προετοιμασίας, είναι στρατηγική επιλογή για τον πρόεδρο της ΕΛΑΣ, καθώς τον κυνηγούν οι… κωλοτούμπες από την περίοδο που ήταν πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.