Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ειδήσεις γεμίζουν με περιστατικά όπου νέοι άνθρωποι εμπλέκονται σε ακραίες πράξεις.

Από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τα Ιωάννινα, η βία φαίνεται να γίνεται κομμάτι της καθημερινότητάς τους, σαν να αποτελεί ένα παιχνίδι που δεν μπορούν να αποφύγουν. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μια ιδεολογική ατζέντα ή πολιτική στρατηγική, η ίδια η βία έχει αποκτήσει τη δική της ελκυστικότητα, μια σκοτεινή γοητεία που τραβά τα παιδιά και τους εφήβους σε επικίνδυνες τροχιές.

Τα ψηφιακά πεδία ενισχύουν αυτήν τη δυναμική. Στο διαδίκτυο, οι έφηβοι συναντούν εικόνες και αφηγήσεις που εξιδανικεύουν την επιθετικότητα, την ακραία συμπεριφορά και την αντιπαράθεση. Τα κοινωνικά δίκτυα και οι πλατφόρμες gaming μετατρέπονται σε πεδία πειραματισμού, όπου οι νέοι εκτίθενται σε σκληρές εικόνες και προκλήσεις που συχνά ξεπερνούν τα όρια της φαντασίας. Εκεί, η βία δεν είναι απλώς είδηση· γίνεται παιχνίδι, μέτρο κοινωνικής αποδοχής, τρόπος να αποκτήσουν έλεγχο και προσοχή.

Η οικογένεια και η κοινότητα φαίνεται να αδυνατούν να λειτουργήσουν ως ασπίδα. Όταν οι σχέσεις μέσα στο σπίτι, στο σχολείο ή στην παρέα δεν προσφέρουν στήριξη και αίσθηση ασφάλειας, οι νέοι αναζητούν ένταση και συγκίνηση αλλού.

Και συχνά τη βρίσκουν εκεί που η κοινωνία διστάζει να κοιτάξει, δηλαδή στους δρόμους, στις συμμορίες, σε κλειστούς κύκλους που γοητεύουν με την αίσθηση εξουσίας και αδιαπραγμάτευτης κυριαρχίας.

Δεν υπάρχει εύκολη συνταγή για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου. Η πολιτεία προχωρά σε μέτρα, οι ειδικοί προτείνουν στρατηγικές, αλλά η ουσία είναι βαθύτερη: απαιτείται κατανόηση της ανθρώπινης ανάγκης πίσω από την πράξη, των συναισθημάτων που την τροφοδοτούν, της πίεσης που αισθάνονται οι νέοι.

Μόνο αν αντιμετωπιστεί η βία ως φαινόμενο που διαπερνά τον κοινωνικό ιστό και όχι ως αποκομμένη συμπεριφορά, μπορεί να υπάρξει πραγματική πρόοδος.

Και ίσως το πιο δύσκολο από όλα είναι να μιλήσουμε ανοιχτά για τη γοητεία που ασκεί η βία στους νέους, χωρίς να την εξιδανικεύουμε, αλλά ούτε και να την αγνοούμε. Να αναγνωρίσουμε ότι η ένταση και η επιθετικότητα μπορούν να γίνουν παγίδες, και ότι η προστασία των παιδιών περνά μέσα από σχέσεις, επικοινωνία και την οικοδόμηση ενός κόσμου όπου η δύναμη δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από πόνο.

Και στο τέλος, κάθε περιστατικό είναι μια φωνή, μια επιλογή, μια στιγμή όπου η κοινωνία καλείται να παρέμβει, να μιλήσει και να δημιουργήσει εναλλακτικές διαδρομές για τη νεανική ενέργεια, πριν αυτή χαθεί σε δρόμους χωρίς επιστροφή.