Απουσίες μετά το μπαράζ καταγγελιών και εντάσεων στη «δίκη των Τεμπών», ούτε η Μαρία Καρυστιανού στο ακροατήριο της αίθουσας «Γαιόπολις» στη Λάρισα.
Οταν τον περασμένο Μάρτιο ξεκινούσε η δίκη, τρία χρόνια μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα με τους συγγενείς των θυμάτων, προεξάρχουσας της Μαρίας Καρυστιανού, και τους συνηγόρους υπεράσπισης, με πρωταστατούντες τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, να καταγγέλλουν την ακαταλληλότητα της αίθουσας και ούτε λίγο ούτε πολύ να μιλούν για ένα οργανωμένο σχέδιο με στόχο την απομείωση του κοινωνικού βάρους της διαδικασίας.
«Θέλουμε την τιμωρία των ενόχων», δήλωναν με την έναρξη μιας από τις πολυαναμενόμενες και φορτισμένες δικαστικές διαδικασίες των τελευταίων ετών στην ειδικά διαμορφωμένη δικαστική αίθουσα στη Λάρισα, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας.
Μετά από διαδοχικές διακοπές, στις 27 Μαΐου του 2026 η δίκη θα ξεκινούσε και πάλι καθώς είχαν ολοκληρωθεί τα έργα βελτίωσης και από 283,75 τ.μ. που ήταν η δικαστική αίθουσα κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση της δίκης στις 23 Μαρτίου, αυξήθηκε στα 452 τ.μ., όπως επίσης αυξήθηκε κατά 100 και ο αριθμός των θέσεων.
Αυξήθηκαν οι θέσεις για να καταλήξουν κενές. Και η ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα των πρώτων ημερών σιγά σιγά χάνει τους θορύβους και το ακροατήριο την… έντονη ζωή του.
Και εκεί που έπεφταν βροχή οι διαμαρτυρίες για μεγαλύτερη αίθουσα που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας τόσο σημαντικής δίκης με έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον, για το ακροατήριο που τοποθετήθηκε σε διαφορετικό επίπεδο από το δικαστήριο εμποδίζοντας την ομαλή παρακολούθηση της διαδικασίας και για περιστατικά όπου δεν επετράπη η είσοδος σε παιδιά και στενούς συγγενείς θυμάτων λόγω έλλειψης χώρου, οι θέσεις άρχισαν σταδιακά να αδειάζουν.
Από τους ίδιους τους συγγενείς των θυμάτων που δηλώνουν απογοητευμένοι από τη διαδικασία και δρομολογούν προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, τους κατηγορούμενους που θα είναι παρόντες μόνο στις συνεδριάσεις που απαιτείται η παρουσία τους, τις τηλεοπτικές κάμερες και τους εκπροσώπους των ΜΜΕ. Εκεί εκδηλώθηκε και η τελευταία μαζική διαμαρτυρία, ενώ στον αέρα απέμεινε μάλλον να… σφυρίζει αδιάφορα η καταγγελία ότι η διαμορφωμένη αίθουσα λειτουργεί ουσιαστικά με «άδεια εστιατορίου», παρά τα εκατομμύρια ευρώ που δαπανήθηκαν για την ανάπλασή της. Παρόντες, τελικά, στη δίκη προβλέπεται να είναι μόνο οι συγγενείς θυμάτων, οι τραυματίες-επιζώντες και το ελληνικό Δημόσιο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας έκανε δεκτή τη δήλωση του ελληνικού Δημοσίου και απέβαλε τους Δικηγορικούς Συλλόγους και το σωματείο Πανελλήνια Ενωση Προσωπικού Ελξης.
Η δίκη ξαναρχίζει, λοιπόν, λίγο πριν διακόψει για τη θερινή ανάπαυλα σε σκηνικό μίας απλής καθημερινής δίκης, όπου κατήγοροι και συνήγοροι… ξιφουλκούν. Στην αίθουσα, λίγο περισσότερα από 150 άτομα. Και από αυτά πολλές οι απουσίες…
«…Θέλει υπομονή, κουράγιο σε όλους τους γονείς και τους συγγενείς που είναι εδώ πέρα, σε αυτόν τον Γολγοθά. Σήμερα θα έρθουν εκατοντάδες λεωφορεία από όλη τη χώρα, ευχαριστούμε, θα είναι κινητήριος δύναμη», έλεγε τον περασμένο Μάρτιο ο Παύλος Ασλανίδης.
«Δυστυχώς, έρχομαι με πολύ χαμηλές προσδοκίες», δήλωνε η Μαρία Καρυστιανού και πρόσθετε: «Για τον θάνατο του παιδιού μου που κάηκε ζωντανό δεν έχει γίνει έρευνα, ούτε υπάρχει κατηγορούμενος… Δεν υπάρχει ούτε κατηγορητήριο για τη σύμβαση 717 αλλά ούτε και κάθονται στο εδώλιο υψηλά ιστάμενοι… Εμείς, ως γονείς, καθόμαστε και βλέπουμε όλη αυτή την κοροϊδία. Θα συνεχίσουμε να φωνάζουμε, να απαιτούμε την αλήθεια και να κάνουμε ό,τι πρέπει».
Τον περασμένο Μάιο οι συγγενείς των θυμάτων έγιναν δύο και τρία κομμάτια. Η ανακοίνωση του κόμματος Καρυστιανού διαφοροποίησε τις ισορροπίες στο Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων αλλά και στο ακροατήριο της αίθουσας που διεξάγεται η πολύκροτη δίκη.
«Αυτή τη στιγμή γίνεται ένας αποπροσανατολισμός. Οτιδήποτε αναφορά γίνεται από συγγενή θύματος που κάνει κόμμα ή θέλει να κάνει κάτι άλλο, δεν βοηθάει στην πορεία της υπόθεσης», σημείωσε ο Παύλος Ασλανίδης.
Πού πήγαν όλοι…
Ο Απρίλιος σημαδεύτηκε από τα πυρά δικαστών και συγγενών θυμάτων για τα ακραία σκηνικά με πρωταγωνίστρια την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωή Κωνσταντοπούλου και τις βολές της προς τον πρόεδρο της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορο Σεβαστίδη, και τις δύο δικογραφίες σε βάρος της για την παράνομη βιντεοσκόπηση μέσα στα δικαστήρια.
Σφοδρές διαμαρτυρίες, ενστάσεις και σοβαρές καταγγελίες που δείχνουν να… ξεφούσκωσαν. Οπως και η ζέση των ενορχηστρωτών τους, οι οποίοι είχαν σπεύσει από την πρώτη στιγμή να εργαλειοποιήσουν την τραγωδία των Τεμπών και να πυροδοτήσουν την αγανάκτηση συγγενών θυμάτων και συνηγόρων για τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης, τις υποδομές αλλά και τις νομικές μεθοδεύσεις.
κρυθμη η κατάσταση μετά την απόφαση του δικαστηρίου να κάνει δεκτή την παράσταση του ελληνικού Δημοσίου προς υποστήριξη της κατηγορίας. Οι συγγενείς κάνουν λόγο για «προκλητική μεθόδευση» με στόχο τη στήριξη του κυβερνητικού αφηγήματος περί αποκλειστικά «ανθρώπινου λάθους».
Συχνές οι διακοπές, άγριες λεκτικές αντιπαραθέσεις και φορτισμένο κλίμα, με τις οικογένειες των 57 νεκρών να ζητούν την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας και τον καταλογισμό ευθυνών σε όλα τα επίπεδα, κατά τις αρχικές συνεδριάσεις.
Σταδιακά οι μάχες χαρακωμάτων άλλαξαν έδρα κι εγκατέλειψαν την ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα του «Γαιόπολις», στη Λάρισα, για τη δίκη.
Και κάποιοι φρόντισαν να φτιάξουν άλλοθι συμπαρατασσόμενοι με τις δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού για απαξίωση και μη αναγνώριση ως νόμιμης της συγκεκριμένη δικαστικής διαδικασίας για την τραγωδία των Τεμπών, καταγγέλλοντάς τη ως «δίκη-παρωδία» και ως δήθεν επιχείρηση προστασίας των ενόχων.