Αιχμηρό μήνυμα του προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορου Σεβαστίδη, απέναντι σε συγκεκριμένες συμπεριφορές που εργαλειοποιούν τη δίκη των Τεμπών.

Σε πεδίο μικροπολιτικής αντιπαράθεσης και επικοινωνιακών χειρισμών κινδυνεύει να διολισθήσει η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών (προτού ακόμα ξεκινήσει), σύμφωνα με τη παρέμβαση του προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ο οποίος έστειλε σαφές μήνυμα για την ανάγκη προστασίας της διαδικασίας από φαινόμενα εργαλειοποίησης και παραπληροφόρησης.

Σε μια χρονική συγκυρία όπου η δίκη ξεκινά υπό το βάρος έντονης κοινωνικής πίεσης και υψηλών προσδοκιών για την απόδοση δικαιοσύνης, ο ίδιος προειδοποίησε για τους κινδύνους εκτροπής του χαρακτήρα της διαδικασίας και μετατροπής της σε πολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης.

Μιλώντας «στο όνομα όλων των δικαστών και εισαγγελέων μελών της Ένωσής μας», υπογράμμισε ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, «έχοντας συνείδηση της βαριάς ευθύνης, που πέφτει στους ώμους της Δικαιοσύνης», παρακολουθούν με προβληματισμό όσα εξελίσσονται γύρω από τη δίκη, κάνοντας λόγο για «επιχειρούμενη παραπληροφόρηση από γνωστούς κύκλους, οι οποίοι επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση».

«Πίσω από τη βουλευτική ασυλία»

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε απέναντι σε συγκεκριμένες συμπεριφορές που –όπως είπε– αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της διαδικασίας, τονίζοντας ότι «από την αρχή ωστόσο διαφάνηκε η δηλωμένη στόχευση ορισμένων να αλλάξουν τον χαρακτήρα της δίκης και να τη μετατρέψουν σε πολιτικό επίδικο». Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι «ενεργούν καλυπτόμενοι πίσω από τη βουλευτική ασυλία τελώντας σωρεία αδικημάτων», καταγγέλλοντας ευθέως πολιτικές πρακτικές που εκφεύγουν των θεσμικών ορίων.

Ο πρόεδρος της Ένωσης έκανε λόγο για επικοινωνιακή εκμετάλλευση της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι «εργαλειοποιούν τη δίκη και πουλάνε σόου στις τηλεοπτικές κάμερες και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να δείξουν τάχα το ενδιαφέρον τους».

Όπως τόνισε, οι πρακτικές αυτές δεν εξυπηρετούν ούτε την απονομή δικαιοσύνης ούτε τη μνήμη των θυμάτων, υπογραμμίζοντας ότι «στην πραγματικότητα δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον ούτε για τους συγγενείς που περιμένουν με αγωνία την έναρξη της διαδικασίας, ούτε για τη δικαίωση των 57 αδικοχαμένων παιδιών στην πλειοψηφία τους, ούτε για την απόδοση δικαιοσύνης».

Παράλληλα, επιχείρησε να αναδείξει και τη βαθύτερη πολιτική διάσταση των φαινομένων που καταγγέλλει, σημειώνοντας ότι «κάθε βίντεο που ανεβάζουν, κάθε παράνομη πράξη που διαπράττουν μετατρέπεται στη δική τους συνείδηση σε χιλιάδες ψήφους στις επερχόμενες εθνικές εκλογές».

Σε αυτό το πλαίσιο, προχώρησε και σε έναν ιδιαίτερα φορτισμένο ιστορικό παραλληλισμό, επισημαίνοντας ότι «να θυμηθούμε ότι τέτοιου είδους ψεύτικο αντισυστημισμό και επαναστατικότητα έδειξαν τα μέλη της Χρυσής Αυγής την πρώτη περίοδο της ανοδικής πορείας τους».

Στο στόχαστρο της κριτικής του βρέθηκαν και τα μέσα ενημέρωσης για τα οποία υπογράμμισε ότι «τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι έχουν βαριά ευθύνη για την προβολή τέτοιων συμπεριφορών, υπονομευτικών της Δημοκρατίας», ενώ πρόσθεσε ότι «συνειρμικά έρχονται και πάλι στον νου μας οι συνεντεύξεις και η προβολή των μελών της Χρυσής Αυγής στα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια, ως δήθεν σωτήρων μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε αναζήτηση λύσεων».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στα όσα συνέβησαν κατά την έναρξη της δίκης, σημειώνοντας ότι «πολιτικά κόμματα και θεσμικοί φορείς δεν είδαν και δεν έλαβαν θέση μέχρι σήμερα, δεν καταδίκασαν τα έκτροπα, τους προπηλακισμούς σε βάρος δικαστικών λειτουργών που συνέβησαν την πρώτη μέρα της συνεδρίασης του δικαστηρίου από μια μικρή μερίδα δικηγόρων και διαδίκων».

Όπως ανέφερε, η απουσία σαφούς καταδίκης τέτοιων φαινομένων ενισχύει την εικόνα ανοχής και επιβαρύνει το ήδη φορτισμένο κλίμα.

Ο κ. Σεβαστίδης στάθηκε επίσης στις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης, τονίζοντας ότι η ομαλή εξέλιξή της δεν εξαρτάται μόνο από τις υποδομές, αλλά και από τη θεσμική προστασία της δικαστικής λειτουργίας, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι «όσο η πολιτεία διστάζει να προχωρήσει στα επιβαλλόμενα νομοθετικά μέτρα […] η διολίσθηση του κύρους της Δικαιοσύνης θα έρθει νομοτελειακά».

Η παρέμβαση αυτή προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις, με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου να απαντά σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, εξαπολύοντας προσωπικές επιθέσεις και βαρείς χαρακτηρισμούς. Απαντώντας ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, υπογράμμισε με νόημα ότι «η κυρία Κωνσταντοπούλου είναι πολιτική συνέχεια της Χρυσής Αυγής», προσθέτοντας ότι είναι «επικεφαλής» αυτών που «επιχειρούν συστηματικά να εμποδίσουν την πρόοδο της δίκης για τα Τέμπη».

Αναφερόμενος στην περίοδο της ανάκρισης, υποστήριξε ότι «είχαμε από μια μικρή μερίδα με πρωταγωνίστρια την κυρία Κωνσταντοπούλου διαρκείς αιτήσεις εξαιρέσεως του ανακριτή», γεγονός που, όπως είπε, καθυστερούσε την εξέλιξη της διαδικασίας, ενώ έκανε λόγο και για «μηνύσεις κατά του ανακριτή» και για την υπόθεση των «650.000 στοιχείων».

Παράλληλα, αναφερόμενος στις τελευταίες κινήσεις πριν την έναρξη της δίκης, υποστήριξε ότι «η τελευταία απόπειρα που έκαναν να μην μπορέσει να προχωρήσει η δίκη ήταν με την απεργία πείνας», κάνοντας λόγο για «εκβιασμό απέναντι στη Δικαιοσύνη».

Κλείνοντας, ξεκαθάρισε το πλαίσιο διεξαγωγής της διαδικασίας, τονίζοντας ότι «θα εφαρμοστεί ο νόμος, αύριο θα μπουν στην αίθουσα όσοι είναι εγγεγραμμένοι στη λίστα», επισημαίνοντας ότι «οι δικηγόροι που θα μπουν στην αίθουσα είναι δηλωμένοι στη λίστα εδώ και δυόμισι χρόνια» και ότι «υπάρχει λίστα του κατηγορητήριου».

Ανακούφιση των πληγέντων

Την ίδια ώρα, σε μια παράλληλη εξέλιξη που επιχειρεί να δώσει έμφαση στην ανακούφιση των πληγέντων, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, ανακοίνωσε ότι το Δημόσιο δεν θα ασκήσει ένδικα μέσα για τις αποζημιώσεις προς τους συγγενείς των θυμάτων και τους επιζώντες της τραγωδίας.

Όπως δήλωσε, «η απόφαση της κυβέρνησης είναι να μην ασκήσει ένδικα μέσα και να καταβάλουμε τις αποζημιώσεις στους πολίτες, αυτό δεν πάει να πει ότι ασπαζόμαστε το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης, αυτό έχει να κάνει με το ότι σεβόμαστε τον ανθρώπινο πόνο», ενώ πρόσθεσε ότι «το ελάχιστο καθήκον της πολιτείας είναι να δίνει το χέρι, και όχι να κουνάει το δάχτυλο».