Πληροφορίες θέλουν τον Νίκο Ανδρουλάκη–έστω και σε επίπεδο διεργασιών– να χτίζει γέφυρες με τον Στέφανο Κασσελάκη, με «προξενήτρα» μάλιστα τη Θεοδώρα Τζάκρη.
Υπάρχουν πληροφορίες που προκαλούν προβληματισμό και διαρροές που γεννούν ερωτήματα. Ενώ υπάρχουν και σενάρια που, όταν φτάνουν στα δημοσιογραφικά γραφεία, η πρώτη αντίδραση είναι να βεβαιωθείς ότι δεν πρόκειται για… σάτιρα.
Στην τελευταία κατηγορία φαίνεται να ανήκουν οι πληροφορίες που κυκλοφορούν τις τελευταίες ημέρες και θέλουν τον Νίκο Ανδρουλάκη να εξετάζει –έστω και σε επίπεδο διεργασιών– να χτίζει γέφυρες με τον Στέφανο Κασσελάκη, με «προξενήτρα» μάλιστα τη Θεοδώρα Τζάκρη.
Αν αληθεύουν έστω και κατά το ήμισυ όσα ακούγονται, τότε το πολιτικό σύστημα έχει εισέλθει σε μία φάση όπου η λογική σηκώνει τα χέρια ψηλά και αποχωρεί από την αίθουσα. Διότι τι ακριβώς θα μπορούσε να ενώσει το ΠΑΣΟΚ με τον πολιτικό σχηματισμό Κασσελάκη; Ποια είναι η κοινή ιδεολογική βάση; Ποια είναι η κοινή πολιτική αφετηρία; Ποιο είναι το κοινό αφήγημα; Μήπως η οικονομική πολιτική; Μήπως η στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ενωση; Μήπως η θεώρηση για το κράτος, την αγορά ή τα εθνικά θέματα; Προφανώς τίποτα απ’ όλα αυτά. Η μοναδική κοινή συνισταμένη που μπορεί να εντοπίσει κανείς είναι η αγωνία επιβίωσης σε ένα πολιτικό περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς και δεν συγχωρεί τα λάθη.
Εσωκομματικές μουρμούρες
Στο ΠΑΣΟΚ επικρατεί αναβρασμός εδώ και μήνες. Οι δημοσκοπήσεις δεν δικαιώνουν τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί μετά τις ευρωεκλογές. Οι εσωκομματικές μουρμούρες δεν έχουν σταματήσει ούτε για μία ημέρα.
Οι δελφίνοι παραμένουν στις θέσεις τους, παρακολουθούν και περιμένουν. Και ο Ανδρουλάκης βρίσκεται αντιμέτωπος με το ίδιο ερώτημα που τον ακολουθεί τα τελευταία χρόνια: πώς θα μετατρέψει το ΠΑΣΟΚ από κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα εξουσίας;
Από την άλλη πλευρά, ο Κασσελάκης επιχειρεί να διατηρηθεί στο προσκήνιο μετά το θυελλώδες διαζύγιο με τον ΣΥΡΙΖΑ. Διαθέτει αναγνωρισιμότητα, διαθέτει επικοινωνιακή ευχέρεια, διαθέτει και ένα κοινό που εξακολουθεί να τον ακολουθεί. Δεν διαθέτει όμως ακόμη εκείνο το πολιτικό βάθος που απαιτείται για να μετατραπεί σε καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων.
Κάπου εδώ εμφανίζεται το σενάριο της πολιτικής προσέγγισης.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι μια τέτοια εικόνα θα δημιουργούσε περισσότερα ερωτήματα από όσα θα απαντούσε. Πώς θα εξηγούσε ο Ανδρουλάκης στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ ότι αναζητεί συνομιλητές στον χώρο που μέχρι χθες κατηγορούσε για πολιτικό λαϊκισμό και προσωποκεντρική λειτουργία;
Πώς θα εξηγούσε ο Κασσελάκης στους δικούς του υποστηρικτές ότι η «νέα πολιτική» που υποσχόταν περνά μέσα από συνεννοήσεις με τα κόμματα του παλιού συστήματος που υποτίθεται ότι ήθελε να ανατρέψει; Και κυρίως, τι ακριβώς θα πει η βάση και των δύο χώρων; Διότι τα πολιτικά σχέδια εκπονούνται στα γραφεία, αλλά κρίνονται στις κάλπες.
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη ανάγνωση: Οτι όλα αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια καλοστημένη πολιτική προβοκάτσια ή ένα μεγαλοπρεπές τρολάρισμα που στόχο έχει να προκαλέσει αναταράξεις.
Στο ΠΑΣΟΚ, μια τέτοια συζήτηση αρκεί για να πυροδοτήσει νέο κύκλο εσωστρέφειας. Στο κόμμα Κασσελάκη, αρκεί για να προκαλέσει σύγχυση ως προς τη στρατηγική κατεύθυνση. Και στο ευρύτερο πολιτικό σκηνικό, αρκεί για να μετατοπίσει τη συζήτηση από τα πραγματικά προβλήματα σε σενάρια παρασκηνίου.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η πολιτική χρησιμοποιεί τέτοιου είδους «διαρροές». Ούτε θα είναι η τελευταία. Άλλωστε, η ελληνική πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από πληροφορίες που κυκλοφόρησαν για να μετρηθούν αντιδράσεις, να σταλούν μηνύματα ή να δημιουργηθούν τεχνητές εντυπώσεις. Το βέβαιο είναι ότι η εικόνα ενός ΠΑΣΟΚ που ψάχνει σωσίβια σε παράδοξες συμπλεύσεις δεν ενισχύει το προφίλ αυτονομίας που διακηρύσσει ο Ανδρουλάκης. Αντίθετα, καλλιεργεί την αίσθηση αμηχανίας και στρατηγικής αβεβαιότητας.
Το ίδιο ισχύει για τον Κασσελάκη, γιατί όποιος φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως φορέας ενός νέου εγχειρήματος δύσκολα πείθει όταν οι συζητήσεις γύρω του περιστρέφονται διαρκώς γύρω από μεταγραφές, συμφωνίες κορυφής και παρασκηνιακές συνεννοήσεις.
Και από ουσία μηδέν
Στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για τις «προξενήτρες» της πολιτικής. Ενδιαφέρονται για προτάσεις, λύσεις και αξιοπιστία. Γι’ αυτό και το συγκεκριμένο σενάριο, είτε αποτελεί πραγματικότητα είτε είναι προϊόν πολιτικού χιούμορ, καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: δείχνει περισσότερο αμηχανία παρά στρατηγική, περισσότερο παρασκήνιο παρά πολιτική, περισσότερο ανάγκη επιβίωσης παρά όραμα.
Και αν πράγματι κάποιοι θεωρούν ότι η απάντηση στα προβλήματα του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στη... συγκατοίκηση με τον «αστακοκαραβοκύρη» Κασσελάκη, τότε ίσως το πρόβλημα να είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Γιατί τότε δεν μιλάμε για σχέδιο ανασύνταξης, αλλά για πολιτικό πείραμα χωρίς πυξίδα, χωρίς προορισμό και κυρίως χωρίς εγγύηση ότι θα βρει λιμάνι.